Το απόγευμα που γύρισα από τη δουλειά, ανέβηκα στο μπαλκόνι με έναν καφέ και το κινητό στο χέρι. Είχα μόλις αγοράσει ένα «έξυπνο» ρολόι από μια μεγάλη αλυσίδα, αλλά η μπαταρία πέθαινε σε δύο ώρες. Σκεφτόμουν ότι, μέσα σε αυτή την οικονομία που όλοι λέμε πως «σιγά σιγά στρώνει», κάθε ευρώ από το εισόδημα μετράει. Με πληθωρισμός να ανεβαίνει, φόρος παντού και η ανεργία να χτυπάει φίλους μου, ένιωθα πως δεν έχω την πολυτέλεια για λάθος αγορά.
Η Ελένη, η γειτόνισσα από τον τρίτο, βγήκε κι εκείνη στο μπαλκόνι. «Πάλι ψάχνεις αποδείξεις;» μου φώναξε γελώντας. «Δεν είναι αστείο», της είπα. «Θέλω να το επιστρέψω, αλλά στο κατάστημα μου είπαν ότι “ανοίχτηκε η συσκευασία” και δεν γίνεται». Εκείνη σοβάρεψε. «Έχεις δικαιώματα ως καταναλωτής. Η αγορά δεν είναι ζούγκλα. Πες τους για εγγύηση και για ελαττωματικό προϊόν. Αν κάνουν τους δύσκολους, υπάρχει και καταγγελία». Στο μυαλό μου πέρασε η λέξη κρίση: όχι μόνο οικονομική, αλλά και κρίση εμπιστοσύνης.
Την επόμενη μέρα πήγαμε μαζί στο κατάστημα, σαν να πηγαίναμε σε μικρή δίκη. Ο υπάλληλος, ένας νεαρός με κουρασμένο βλέμμα, επανέλαβε μηχανικά το ίδιο. Η Ελένη έγειρε μπροστά. «Δεν ζητάμε χάρη. Ζητάμε αυτό που λέει ο νόμος. Το προϊόν δεν λειτουργεί όπως πρέπει». Εκείνος αναστέναξε. «Ξέρετε, η επιχείρηση πιέζεται. Τα κέρδος δεν είναι όπως παλιά. Όλα ακριβαίνουν, οι προμηθευτές ζητούν περισσότερα, και εμείς...». «Το καταλαβαίνω», του είπα ήρεμα, «αλλά κι εγώ δεν μπορώ να πετάω χρήματα. Το ΑΕΠ μπορεί να ανεβαίνει στα χαρτιά, όμως ο μισθός μου μένει ίδιος».
Ο υπάλληλος μας έστειλε στον διευθυντή. Πίσω από το γραφείο, ο κύριος Μανώλης είχε ανοιχτό ένα φύλλο με νούμερα. Μιλούσε στο τηλέφωνο για χρέος, για δόσεις και για τράπεζα που «σφίγγει» τα δάνεια. Όταν έκλεισε, μας κοίταξε προσεκτικά. «Να το δούμε ψύχραιμα», είπε. «Εγώ παλεύω να κρατήσω το μαγαζί. Μια λάθος επένδυση, μια κακή σεζόν στο εμπόριο, και τελείωσες. Δεν είμαστε χρηματιστήριο να ρισκάρουμε χωρίς συνέπειες». Η Ελένη δεν μάσησε. «Και ο καταναλωτής παλεύει. Αν όλοι δεχόμαστε τα πάντα, τότε η αγορά γίνεται άδικη».
Τον είδα να μαλακώνει. Ίσως γιατί θυμήθηκε ότι κι εκείνος είναι πελάτης κάπου αλλού, ότι κι εκείνος πληρώνει φόρος για κάθε απόδειξη, και ότι κι εκείνος φοβάται μια νέα κρίση. «Εντάξει», είπε τελικά. «Θα το στείλουμε για έλεγχο. Αν είναι ελαττωματικό, θα γίνει αντικατάσταση ή επιστροφή». Ένιωσα σαν να κέρδισα κάτι μεγαλύτερο από ένα ρολόι: μια μικρή νίκη αξιοπρέπειας. Στον δρόμο, η Ελένη μου ψιθύρισε: «Να θυμάσαι, η οικονομία δεν είναι μόνο νούμερα. Είναι σχέσεις και κανόνες».
Το βράδυ, καθώς περπατούσα στην Κυψέλη, έβλεπα γύρω μου μικρά μαγαζιά να παλεύουν: φούρνοι, καφέ, συνεργεία. Κάθε επιχείρηση είχε τη δική της ιστορία, το δικό της άγχος για κέρδος, για ενοίκιο, για προμηθευτές. Σκέφτηκα πως η προστασία του καταναλωτή δεν είναι εχθρός τους, αλλά τρόπος να χτιστεί εμπιστοσύνη, ώστε να κινηθεί το εμπόριο πιο καθαρά. Αν υπάρχει διαφάνεια, και ο πελάτης και ο πωλητής ξέρουν τι να περιμένουν.
Μια εβδομάδα μετά, με πήραν τηλέφωνο: το ρολόι ήταν όντως ελαττωματικό και μου έδωσαν καινούριο. Ο κύριος Μανώλης μου είπε χαμηλόφωνα: «Κι εμείς μαθαίνουμε. Όταν η τράπεζα ζητάει επιτόκια και οι λογαριασμοί ανεβαίνουν, φοβάσαι. Αλλά δεν πρέπει να τα ρίχνουμε στον πελάτη». Γύρισα σπίτι και κράτησα την καινούρια απόδειξη σαν να ήταν μικρό συμβόλαιο. Στο τέλος, κατάλαβα ότι τα δικαιώματα δεν είναι πολυτέλεια· είναι κομμάτι μιας πιο υγιούς οικονομία, ειδικά όταν όλοι μετράμε προσεκτικά το εισόδημα μας.