Το πρωί που κατέβηκα στον Πειραιά, ο αέρας μύριζε θάλασσα και καμένο καφέ. Είχα να δω τον θείο μου τον Στέλιο μήνες, από τότε που η οικονομία άρχισε πάλι να ανασαίνει, αλλά όλοι μιλούσαν ακόμα για την κρίση σαν να ήταν χθεσινή. Το μικρό του μαγαζί, ένα καφενείο κοντά στο λιμάνι, έγραφε «Ανοιχτά» με ξεθωριασμένα γράμματα. Μέσα, τα τραπέζια ήταν γεμάτα λογαριασμούς, αποδείξεις και ένα τετράδιο που έμοιαζε με ημερολόγιο. Ένιωσα σαν να μπαίνω όχι σε καφενείο, αλλά σε μια μικρή αγορά ιδεών και άγχους.
«Ήρθες στην κατάλληλη μέρα», μου είπε ο Στέλιος χωρίς καν να σηκώσει το κεφάλι. «Σήμερα κάνουμε απολογισμό. Έχω να δω αν βγαίνει κέρδος ή αν δουλεύουμε μόνο για τους φόρους». Δίπλα του καθόταν η Μαρίνα, η λογίστριά του, με ένα λάπτοπ και μια στοίβα χαρτιά. «Μην τον ακούς, υπερβάλλει», είπε, αλλά η φωνή της είχε κούραση. Εγώ κάθισα απέναντι και κοίταξα το τετράδιο: εισόδημα, έξοδα, προμηθευτές, και κάτι σημειώσεις για εμπόριο με έναν μικρό καβουρδιστή καφέ από την Καλαμάτα.
Ο Στέλιος άναψε ένα μικρό ραδιόφωνο. Έλεγαν για πληθωρισμός, για τιμές που ανεβαίνουν, και για το ΑΕΠ που «δείχνει καλύτερο». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Στα χαρτιά όλα φαίνονται ωραία. Στην πραγματικότητα, ο κόσμος κρατάει το πορτοφόλι κλειστό. Κι αν μια επιχείρηση σαν τη δική μου κάνει λάθος μια εβδομάδα, μετά τρέχει». Η Μαρίνα του έδειξε μια γραμμή στην οθόνη. «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι τιμές. Είναι και το χρέος που κουβαλάς από τότε. Και το δάνειο στην τράπεζα θέλει πειθαρχία».
Τότε μπήκε ο Νίκος, φίλος μου από το σχολείο, με σακάκι και βλέμμα ανήσυχο. Δούλευε σε μια εταιρεία που έκανε συμβουλές για επένδυση και μιλούσε συνέχεια για το χρηματιστήριο, σαν να ήταν καθημερινό παιχνίδι. «Στέλιο, να σου πω κάτι; Αν βάλεις ταμειακή μηχανή και ένα σύστημα παραγγελιών, θα δεις διαφορά», είπε, και κάθισε χωρίς να ρωτήσει. Ο θείος μου σούφρωσε τα φρύδια. «Και ποιος θα το πληρώσει;» Ο Νίκος χαμογέλασε. «Υπάρχουν προγράμματα, μικρή επένδυση. Αν ανεβάσεις τις πωλήσεις, το κέρδος θα καλύψει το κόστος». Εγώ τον άκουγα και σκεφτόμουν πόσο εύκολο ακούγεται από έξω.
Η Μαρίνα άνοιξε ένα άλλο αρχείο και έδειξε τις μηνιαίες κινήσεις. «Δες εδώ. Τον Ιούλιο είχες καλύτερο εισόδημα, γιατί ήρθαν περισσότεροι ταξιδιώτες. Αλλά τον Σεπτέμβρη έπεσε. Αν θέλεις να σταθείς, πρέπει να σταθεροποιήσεις την πελατεία, όχι μόνο να περιμένεις τη σεζόν». Ο Στέλιος αναστέναξε. «Ανεργία υπάρχει ακόμα. Δεν είναι όλοι σε θέση να παίρνουν καφέ απέξω κάθε μέρα». Ένιωσα ένα σφίξιμο, γιατί θυμήθηκα τον πατέρα μου που έχασε δουλειά τότε και μέτραγε τα κέρματα στο σπίτι.
Ο Νίκος, σαν να μην άκουγε, έβγαλε ένα χαρτί. «Κοίτα, αν κάνεις μια μικρή συνεργασία με το μαγαζί με τα κουλούρια δίπλα, θα έχεις πακέτο πρωινού. Είναι εμπόριο στο πεζοδρόμιο, αλλά έξυπνο. Και αν βάλεις μια κάρτα πιστότητας, κρατάς τον πελάτη». Ο Στέλιος τον κοίταξε δύσπιστα. «Εγώ δεν θέλω κόλπα. Θέλω μια καθαρή αγορά, να ξέρω τι πληρώνω και τι παίρνω». Η Μαρίνα τον διέκοψε ήρεμα. «Δεν είναι κόλπο. Είναι οργάνωση. Και αν μειώσεις σπατάλες, θα πληρώσεις πιο εύκολα τον φόρο, θα μειώσεις το χρέος, και θα έχεις χώρο να αναπνεύσεις».
Στο τέλος της μέρας, όταν άδειασε το καφενείο, βγήκαμε έξω και κοιτάξαμε τα πλοία. Ο Στέλιος κράταγε το τετράδιο σαν να ήταν κάτι προσωπικό, σαν μυστικό. «Ξέρεις τι φοβάμαι;» μου είπε χαμηλά. «Ότι η οικονομία μπορεί να ανεβαίνει, αλλά εγώ να μένω πίσω, γιατί κουράστηκα να παλεύω». Του είπα πως τον είδα να δουλεύει τίμια, πως η επιχείρηση του είναι κομμάτι της γειτονιάς. Ο Νίκος έσφιξε τους ώμους. «Η αγορά δεν έχει συναίσθημα, αλλά έχει ευκαιρίες». Η Μαρίνα χαμογέλασε. «Και οι άνθρωποι έχουν πείσμα. Αυτό δεν το μετράει το ΑΕΠ». Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι οι αριθμοί είναι ιστορίες: για τράπεζα, για φόρος, για εισόδημα, για ανεργία, αλλά και για ελπίδα που δεν χωράει σε κανένα φύλλο Excel.