Την πρώτη Δευτέρα του μήνα κάθομαι πάντα στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, δίπλα στο παράθυρο που βλέπει στην πολυκατοικία απέναντι. Έχω μπροστά μου τετράδιο, κομπιουτεράκι και το κινητό με την εφαρμογή της τράπεζας. Η πόλη ακούγεται βαριά: λεωφορεία, κορναρίσματα, ένας γείτονας που κατεβάζει ρολά. Σκέφτομαι την οικονομία σαν κάτι τεράστιο, αλλά μετά θυμάμαι ότι για μένα αρχίζει από το δικό μου εισόδημα και από το πώς θα το μοιράσω. Τα τελευταία χρόνια, μετά την κρίση, έχω μάθει να μετράω ακόμα και το μικρό κέρδος που μένει στο τέλος.
Ο αδερφός μου ο Μάνος μπαίνει στην κουζίνα με καφέ στο χέρι. «Πάλι λογαριασμοί;» με ρωτάει, μισοαστεία μισοσοβαρά. «Αν δεν τους κοιτάξω, θα με κοιτάξουν αυτοί», του λέω. Εκείνος κάθεται απέναντι και ανοίγει τον φάκελο με τις αποδείξεις από το μικρό του μαγαζί, μια επιχείρηση που πουλάει αναψυκτικά και σνακ κοντά στο μετρό. «Η αγορά είναι περίεργη», μου λέει. «Μια εβδομάδα έχουμε κίνηση, την άλλη τίποτα. Και οι προμηθευτές στο εμπόριο ανεβάζουν τιμές σαν να μην υπάρχει αύριο». Θέλω να τον καθησυχάσω, αλλά θυμάμαι πόσο εύκολα ένα λάθος μπορεί να γίνει χρέος.
Του δείχνω το τετράδιο, όπου έχω γράψει τα έξοδα σε στήλες: ενοίκιο, τρόφιμα, μετακινήσεις, φόρος, αποταμίευση. «Προσπαθώ να κρατάω ένα μαξιλάρι, γιατί ο πληθωρισμός τρώει τα πάντα», του λέω. Ο Μάνος γελάει χωρίς χαρά. «Ο πληθωρισμός τρώει, αλλά η ανεργία δαγκώνει», απαντάει και μου θυμίζει τον φίλο του τον Σπύρο που έμεινε χωρίς δουλειά. «Όταν δεν μπαίνει εισόδημα, δεν υπάρχει σχέδιο. Μόνο αγωνία». Κοιτάζω τον λογαριασμό της τράπεζας και νιώθω μια μικρή ντροπή που παραπονιέμαι, ενώ άλλοι παλεύουν πιο σκληρά.
Το απόγευμα πηγαίνουμε μαζί στο μαγαζί του. Στον δρόμο περνάμε από μια μικρή πλατεία, και βλέπω αφίσες για σεμινάρια “προσωπικά οικονομικά” και “επένδυση για αρχάριους”. Ο Μάνος μου κάνει νόημα. «Λες να αξίζει;» ρωτάει. «Αν είναι να ρισκάρουμε, καλύτερα να ξέρουμε», του λέω. Μέσα στο μαγαζί, ο ήχος από το ψυγείο και το “μπιπ” του ταμείου μου θυμίζουν ότι η οικονομία δεν είναι θεωρία, είναι ρυθμός. Ένας πελάτης πληρώνει με κάρτα και ο Μάνος μου ψιθυρίζει: «Η τράπεζα κρατάει προμήθεια. Μικρή, αλλά όταν τη μετράς κάθε μέρα…». Σημειώνω νοερά ότι ακόμα και ένα μικρό ποσοστό αλλάζει το τελικό κέρδος.
Αργότερα, στο σπίτι, έρχεται η φίλη μας η Ελένη, που δουλεύει λογίστρια. Την καλούμε γιατί ο Μάνος θέλει να βάλει τάξη. «Δεν ψάχνω θαύμα», της λέει. «Θέλω να ξέρω πού πάω». Η Ελένη ανοίγει το λάπτοπ και μιλάει ήρεμα: «Πρώτα βλέπουμε ρευστότητα. Μετά υπολογίζουμε φόρο, ασφαλιστικές εισφορές, και τι μένει. Αν θέλεις επένδυση, πρέπει να ξέρεις το ρίσκο. Μην ακούς μόνο ιστορίες για χρηματιστήριο, γιατί εκεί η ψυχολογία παίζει μεγάλο ρόλο». Ο Μάνος την κοιτάζει δύσπιστα. «Δηλαδή να μην μπω ποτέ;» «Όχι. Αλλά να μπεις με μικρά ποσά, και μόνο αν έχεις ήδη τα βασικά καλυμμένα», απαντάει.
Η συζήτηση γλιστράει στο μεγάλο θέμα που ακούμε συνέχεια στις ειδήσεις: ΑΕΠ, ανάπτυξη, τιμές. Η Ελένη μας εξηγεί με απλά λόγια: «Όταν ανεβαίνει το ΑΕΠ, δεν σημαίνει ότι όλοι νιώθουν πλούσιοι. Κάποιοι βλέπουν αύξηση, άλλοι όχι. Και όταν η αγορά φοβάται, κόβει δαπάνες». Ο Μάνος χτυπάει ελαφρά το τραπέζι. «Εγώ φοβάμαι, αλλά πρέπει να παραγγείλω εμπόρευμα. Αν δεν έχω ράφια γεμάτα, χάνω πελάτες». Εγώ σκέφτομαι πως η ισορροπία είναι μια λεπτή κλωστή: αν παραγγείλει πολλά, μένει με στοκ και χρέος· αν παραγγείλει λίγα, χάνει πωλήσεις και κέρδος.
Πριν φύγει, η Ελένη μου λέει χαμηλόφωνα: «Κράτα ημερολόγιο εξόδων και μην ντρέπεσαι να μιλάς για χρήματα. Στην Ελλάδα πολλοί το αποφεύγουν, κι έτσι κάνουν λάθη». Μόλις κλείνει η πόρτα, ανοίγω ξανά το τετράδιο και γράφω έναν στόχο: να φτιάξουμε ένα σχέδιο τριών μηνών, με σαφή ποσά για αποταμίευση και για έκτακτα. Δεν θα λύσουμε όλα τα προβλήματα της οικονομίας, ούτε θα εξαφανίσουμε την κρίση από τη μνήμη μας. Όμως, αν μάθουμε να διαβάζουμε την αγορά γύρω μας και να κρατάμε το δικό μας τιμόνι, ίσως το μέλλον να μην μοιάζει τόσο απειλητικό.