Δεν είχα καταλάβει πόσο με είχε φθείρει το άγχος, μέχρι εκείνο το πρωινό που ανέβηκα τα σκαλιά του μετρό στην Ομόνοια και ένιωσα σαν να κουβαλούσα σακιά στην πλάτη. Η καρδιά μου χτυπούσε γρήγορα, ο λαιμός μου ήταν στεγνός και σκεφτόμουν μόνο καφέ και κάτι γλυκό. «Έτσι ζεις;» μου είπε η φίλη μου η Δανάη στο τηλέφωνο, όταν της περιέγραψα πάλι έναν κακό ύπνο. Μου θύμισε ότι η υγεία δεν είναι μόνο να μην έχεις ασθένεια, αλλά να μπορείς να αναπνέεις ήρεμα, να σκέφτεσαι καθαρά και να νιώθεις ευεξία.
Την ίδια μέρα, στο γραφείο, έπαθα ζαλάδα. Ο προϊστάμενος με κοίταξε ανήσυχος και σχεδόν με διέταξε να πάω στο νοσοκομείο «για πρόληψη, όχι για ηρωισμούς». Ντράπηκα, αλλά πήγα. Στα επείγοντα, ο γιατρός, ένας άντρας γύρω στα σαράντα με κουρασμένα μάτια, άκουσε προσεκτικά. «Πίνεις νερό; Κοιμάσαι; Κινείσαι;» ρώτησε. Εγώ ψέλλισα δικαιολογίες. Με εξέτασε σαν να διάβαζε ιστορία πάνω στο σώμα μου: πίεση, αναπνοή, ένταση στους ώμους. «Δεν φαίνεται κάτι οξύ, αλλά η ψυχική υγεία και το στρες κάνουν θαύματα… και ζημιές», είπε.
Μου πρότεινε μια μικρή θεραπεία χωρίς δράματα: να αλλάξω ρυθμό για δύο εβδομάδες, πριν φτάσω να χρειάζομαι φάρμακο. «Η ιατρική δεν είναι μόνο χάπια», συνέχισε, «είναι και συνήθειες». Μου έγραψε βασικές εξετάσεις και σημείωσε σε ένα χαρτί: διατροφή, άσκηση, ύπνος. «Δοκίμασε να τρως πιο μεσογειακά: όσπρια, ψάρι, ελαιόλαδο. Κόψε τα πολλά έτοιμα. Και περπάτημα, έστω είκοσι λεπτά». Τον άκουγα και ένιωθα σαν ασθενής που θέλει να διαπραγματευτεί με τον χρόνο. «Κι αν δεν προλάβω;» ρώτησα. Χαμογέλασε. «Θα προλάβεις, αν το κάνεις μικρό και σταθερό».
Το βράδυ βγήκα με τη Δανάη στη λαϊκή της γειτονιάς της στα Πατήσια. Οι πάγκοι είχαν χρώματα και μυρωδιές που είχα ξεχάσει: ντομάτες ζουμερές, πορτοκάλια, μυρωδικά. «Αυτό είναι διατροφή, όχι τα κουτιά που ανοίγεις στις δώδεκα το βράδυ», μου είπε γελώντας. Πήραμε σπανάκι, φασόλια, γιαούρτι, καρύδια. Στο δρόμο μου μιλούσε για τη γήρανση σαν κάτι που δεν σε κυνηγάει μόνο όταν μεγαλώσεις, αλλά όταν ζεις χρόνια με ένταση. «Θέλω μακροζωία, αλλά όχι απλώς να φτάσω τα ογδόντα», είπε. «Θέλω να φτάσω και να μπορώ να περπατάω στην πόλη χωρίς να με πονάει η πλάτη ή το κεφάλι».
Τις επόμενες μέρες άρχισα να δοκιμάζω αυτά τα “μικρά και σταθερά”. Έβαλα ξυπνητήρι όχι για να σηκωθώ νωρίς, αλλά για να κοιμηθώ νωρίτερα. Έκλεινα την οθόνη μία ώρα πριν και άκουγα ραδιόφωνο χαμηλά, για να ηρεμεί το μυαλό μου. Στη δουλειά, αντί για δεύτερο καφέ, έπινα νερό και έτρωγα λίγους ξηρούς καρπούς. Κάποιες φορές ένιωθα ακόμα το στήθος μου σφιγμένο, όμως θυμόμουν τα λόγια του γιατρού: «πρόληψη». Σαν να έκανα μια ήσυχη συμφωνία με το σώμα μου, πριν η ασθένεια γίνει κανονικότητα.
Δύο εβδομάδες μετά, γύρισα για τα αποτελέσματα. Ο ίδιος γιατρός τα κοίταξε γρήγορα και μου είπε: «Είσαι καλύτερα. Όχι τέλειος, αλλά καλύτερα». Του είπα ότι περπατάω σχεδόν κάθε μέρα και ότι έμαθα να φτιάχνω φακές χωρίς να τις καίω. Γέλασε. «Η θεραπεία δεν είναι τιμωρία. Είναι εκπαίδευση». Τον ρώτησα αν θα χρειαστώ τελικά φάρμακο. «Αν συνεχίσεις έτσι, πιθανόν όχι. Αλλά να θυμάσαι: η γήρανση και η μακροζωία επηρεάζονται από χρόνια πράγματα, όχι από μια καλή εβδομάδα». Βγήκα από το νοσοκομείο και για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ότι η ευεξία δεν ήταν λέξη σε διαφήμιση, αλλά κάτι που χτίζεται μέρα με τη μέρα.