Το τελευταίο διάστημα στη Θεσσαλονίκη ένιωθα σαν να κουβαλάω ένα μικρό σύννεφο μέσα στο κεφάλι μου. Δούλευα πολλές ώρες σε καφετέρια στην Τσιμισκή, έτρωγα ό,τι έβρισκα μπροστά μου, και το βράδυ κοιμόμουν με το κινητό στο χέρι. Η υγεία μου δεν φαινόταν “κακή”, αλλά η ευεξία μου είχε χαθεί: πονοκέφαλοι, νεύρα, και ένα περίεργο βάρος στο στήθος. Άρχισα να σκέφτομαι την πρόληψη, όχι σαν μεγάλη κουβέντα των γιατρών, αλλά σαν κάτι απλό, καθημερινό. Και εκεί, κάπου ανάμεσα σε μια βάρδια και μια στάση λεωφορείου, ήρθε η πρώτη μου μικρή κρίση.
Ένα απόγευμα, ενώ έπινα τρίτο καφέ, ζαλίστηκα. Τα πόδια μου λύγισαν και για λίγα δευτερόλεπτα φοβήθηκα πως θα πέσω μπροστά στους πελάτες. Η Μαρίνα, συνάδελφος και φίλη, με τράβηξε πίσω από τον πάγκο. «Θα πάμε στο νοσοκομείο, τέλος», είπε αυστηρά. «Μη το παίζεις ήρωας». Εγώ επέμενα: «Δεν είναι ασθένεια, απλά δεν κοιμήθηκα». Εκείνη όμως δεν χαμογέλασε. «Αν είναι ψυχική υγεία ή εξάντληση, πάλι θέμα υγείας είναι. Άσε τον γιατρό να το κρίνει». Η λέξη “γιατρός” μου ακούστηκε σαν καμπανάκι.
Στα επείγοντα, τα φώτα ήταν έντονα και ο αέρας μύριζε αντισηπτικό. Ένιωθα σαν ασθενής χωρίς δικαίωμα να γκρινιάζει, γιατί “δεν είχα κάτι σοβαρό”. Ένας νεαρός γιατρός, ο κύριος Στέλιος, με ρώτησε για ύπνο, άσκηση και διατροφή, λες και διάβαζε τη ζωή μου σε λίστα. «Παίρνεις κάποιο φάρμακο;» ρώτησε. «Μόνο παυσίπονα καμιά φορά», απάντησα. Με κοίταξε ήρεμα: «Η θεραπεία δεν είναι πάντα χάπι. Μερικές φορές είναι πρόγραμμα. Θα κάνεις εξετάσεις, αλλά σήμερα θα μιλήσουμε για ύπνο. Η έλλειψη ύπνου μοιάζει με μικρή ασθένεια που μεγαλώνει αν την αγνοείς».
Βγήκα αργά το βράδυ, με οδηγίες γραμμένες σε χαρτί και ένα παράξενο αίσθημα ντροπής. Η Μαρίνα περπάτησε μαζί μου ως την παραλία. Ο Θερμαϊκός μύριζε αλάτι, και οι άνθρωποι έτρεχαν ή έκαναν ποδήλατο, σαν να είχαν χρόνο για άσκηση μέσα στην καθημερινότητά τους. «Δεν θέλω να γεράσω πριν την ώρα μου», της είπα. Εκείνη γέλασε, αλλά μετά σοβάρεψε. «Η γήρανση δεν είναι μόνο ρυτίδες. Είναι και το πώς φθείρεται το μυαλό από το στρες. Αν θες μακροζωία, ξεκίνα με τα βασικά: ύπνος, νερό, κανονικό φαγητό. Όχι τρία κουλούρια και τέσσερις καφέδες».
Την επόμενη μέρα, πήγαμε στη λαϊκή αγορά στην Καλαμαριά. Ήθελα κάτι πρακτικό, όχι θεωρίες. Στα περίπτερα, οι ντομάτες μύριζαν καλοκαίρι και τα χόρτα είχαν ακόμη χώμα στις ρίζες τους. Η Μαρίνα μου μιλούσε σαν να έκανε μικρό μάθημα ιατρικής χωρίς λευκή μπλούζα. «Σκέψου τη διατροφή σαν καθημερινή πρόληψη. Αν τρως πιο απλά, βοηθάς το σώμα να ανακάμψει από την κούραση». Αγόρασα γιαούρτι, φακές, ψάρι και φρούτα. «Και το βράδυ;» ρώτησα. «Οθόνη τέλος μία ώρα πριν κοιμηθείς. Φτιάξε μια ρουτίνα, όπως θα έφτιαχνες ραντεβού».
Την πρώτη εβδομάδα δεν ήταν εύκολο. Το σώμα μου ζητούσε ζάχαρη και η σκέψη μου έτρεχε σε μηνύματα που δεν είχα απαντήσει. Όμως δοκίμασα. Έτρωγα νωρίτερα, έκανα μικρό περπάτημα μετά τη δουλειά, και έσβηνα τα φώτα σταθερά την ίδια ώρα. Μια νύχτα, όταν ένιωσα πάλι ταχυπαλμία, θυμήθηκα τα λόγια του γιατρού: «Η θεραπεία είναι πρόγραμμα». Αντί να πανικοβληθώ, έβαλα χαμηλή μουσική και έκανα αργές αναπνοές. Δεν εξαφανίστηκαν όλα, αλλά η ψυχική υγεία μου πήρε μια ανάσα, σαν να άνοιξε ένα παράθυρο.
Στην επανεξέταση, ο κύριος Στέλιος είδε τα αποτελέσματα και χαμογέλασε. «Καλά νέα. Δεν φαίνεται κάποια σοβαρή ασθένεια. Αυτό που χρειαζόσουν ήταν να βάλεις όρια». Του είπα ότι δεν πήρα νέο φάρμακο, μόνο άλλαξα συνήθειες. «Αυτό είναι η πιο δύσκολη ιατρική», απάντησε. Η Μαρίνα με σκούντησε: «Είδες; Δεν χρειάζεται να φτάνεις στο νοσοκομείο για να θυμάσαι την υγεία σου». Βγαίνοντας, περπάτησα μόνος μέχρι την πλατεία Αριστοτέλους. Ο αέρας ήταν κρύος, αλλά καθαρός. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, ένιωσα ότι η μακροζωία δεν είναι μυστικό νησιού ή θαύμα· είναι μια σειρά από μικρές επιλογές, που τις κάνεις κάθε μέρα, ειδικά όταν κανείς δεν σε κοιτάει.