Το Σάββατο το πρωί, η Θεσσαλονίκη μύριζε βρεγμένο πεζοδρόμιο και καφέ. Δεν είχα ξυπνήσει τόσο νωρίς εδώ και εβδομάδες, αλλά σήμερα δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Στο ραδιόφωνο μιλούσαν συνέχεια για το επικείμενο δημοψήφισμα: μια διαδικασία που, θεωρητικά, δοκιμάζει τη δημοκρατία μας. Εγώ, ως πολίτης, ένιωθα ότι έχω δικαίωμα να αμφιβάλλω, αλλά και υποχρέωση να καταλάβω. Η πολιτική σπάνια με συγκινούσε, όμως αυτή τη φορά το ερώτημα θα επηρέαζε άμεσα τη δημόσια πολιτική στην πόλη μας.
Κατέβηκα στην κουζίνα και βρήκα τη μητέρα μου να διαβάζει ειδήσεις στο κινητό, με τα γυαλιά στην άκρη της μύτης. «Θα πας να ψηφίσεις αύριο;» με ρώτησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. «Θα πάω, αλλά ακόμα μπερδεύομαι», απάντησα. «Όλοι μπερδεύονται όταν ακούνε πολλά και δεν ξέρουν ποιος λέει την αλήθεια», είπε. Μου θύμισε πως η ψήφος δεν είναι απλώς μια κίνηση· είναι η στιγμή που οι αποφάσεις δεν ανήκουν μόνο στην κυβέρνηση ή σε ένα κόμμα. «Κοίτα», πρόσθεσε, «ο νόμος λέει ότι η διαδικασία είναι καθαρή, αλλά η ουσία είναι να καταλάβεις τι υποστηρίζεις».
Το μεσημέρι συναντήθηκα με τον φίλο μου τον Νίκο στην πλατεία Ναυαρίνου. Εκείνος είχε πάντα άποψη, σαν να είχε μέσα του ένα μικρό κοινοβούλιο που συζητούσε ασταμάτητα. «Το δημοψήφισμα είναι ευκαιρία», μου είπε, «να δείξουμε ότι η δημοκρατία δεν είναι διακόσμηση». Εγώ του είπα πως φοβάμαι την πόλωση. «Δεν εμπιστεύομαι τις αφίσες και τα συνθήματα», παραδέχτηκα. Ο Νίκος γέλασε. «Ούτε εγώ. Γι’ αυτό διάβασα τα επιχειρήματα και τα πρακτικά από τη συζήτηση στη Βουλή. Άκουσα και τι είπε ο πρωθυπουργός, και τι απάντησε κάθε υπουργός. Δεν αρκεί να φωνάζεις· πρέπει να καταλαβαίνεις».
Περπατήσαμε ως την παραλία. Ο αέρας σήκωνε μικρές σημαίες από τα περίπτερα των εθελοντών, που μοίραζαν φυλλάδια για την ενημέρωση της ψηφοφορίας. Μια κοπέλα, η Άννα, μας πλησίασε. «Θέλετε να σας εξηγήσω τη διαδικασία;» ρώτησε ευγενικά. Ο Νίκος την προκάλεσε: «Και πώς ξέρουμε ότι δεν μας κατευθύνετε;» Η Άννα δεν θύμωσε. «Το συνταγματικός κανόνας είναι να ενημερώνουμε χωρίς πίεση. Δεν σας λέω τι να ψηφίσετε. Σας λέω τι σημαίνει το “ναι” και τι το “όχι”, και πού θα βρείτε τα επίσημα έγγραφα». Μου άρεσε ο τόνος της: πρακτικός, όχι θεατρικός.
Το βράδυ, στο σπίτι, άνοιξα τον υπολογιστή και διάβασα αναλύσεις. Κάπου ανάμεσα σε άρθρα και σχόλια, σκεφτόμουν πόσο εύκολο είναι να θυμώνεις με την κυβέρνηση ή με ένα κόμμα, αλλά πόσο δύσκολο να δεις την εικόνα. Στο μυαλό μου έπαιζε ένα φανταστικό κοινοβούλιο, όπου οι φωνές μπερδεύονταν: «Δικαίωμα!», «Νόμος!», «Ευθύνη!». Αναρωτήθηκα αν η δημόσια πολιτική μπορεί πραγματικά να είναι δίκαιη για όλους ή αν πάντα κάποιος μένει πίσω. Έστειλα μήνυμα στον Νίκο: «Αν ψηφίσω, νιώθω ότι διαλέγω ανάμεσα σε αβεβαιότητες». Μου απάντησε: «Η αποχή είναι επίσης επιλογή, απλώς χωρίς να το παραδέχεσαι».
Την Κυριακή πήγα στο σχολείο της γειτονιάς μου, όπου ήταν το εκλογικό τμήμα. Στην είσοδο μύριζε κιμωλία και παλιό ξύλο. Μια κυρία στην ουρά μου είπε: «Πρώτη φορά σε δημοψήφισμα;» Κούνησα το κεφάλι. «Θυμήσου», συνέχισε, «η ψήφος σου είναι μικρή, αλλά δεν είναι ασήμαντη. Έτσι λειτουργεί η δημοκρατία». Όταν μπήκα στο παραβάν, ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει πιο δυνατά απ’ όσο περίμενα. Έριξα το ψηφοδέλτιο στην κάλπη και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα ότι η πολιτική δεν είναι μόνο τηλεόραση. Είναι η ζωή μας, οι κανόνες που λέγονται νόμος, οι αποφάσεις που παίρνει η κυβέρνηση, και η ευθύνη που έχει ο κάθε πολίτης να συμμετέχει.
Βγαίνοντας, είδα την Άννα έξω από το σχολείο να μιλάει ήρεμα με έναν ηλικιωμένο που διαφωνούσε έντονα. Ο Νίκος με περίμενε πιο πέρα. «Λοιπόν;» ρώτησε. «Ψήφισα», του είπα, «και δεν νιώθω ήρωας. Νιώθω απλώς πιο καθαρός». Εκείνος χαμογέλασε. «Αυτό είναι το νόημα», είπε. «Όχι να κερδίσει η μία πλευρά και να χαθεί η άλλη, αλλά να θυμόμαστε ότι, όταν υπάρχει ψηφοφορία, δεν μιλάμε μόνο για αριθμούς. Μιλάμε για το πώς θέλουμε να είμαστε ως κοινωνία». Περπατήσαμε σιωπηλά προς τη στάση, και ο ήχος της πόλης έμοιαζε, παράξενα, πιο ήρεμος.