Δεν είχα σκοπό να βρεθώ στο κέντρο της πολιτικής, αλλά εκείνη την Τρίτη έμοιαζε σαν να με τράβηξε η ίδια η πόλη. Είχα πάρει άδεια από τη δουλειά και περπατούσα προς το Σύνταγμα, με έναν φάκελο γεμάτο σημειώσεις για μια συνεδρίαση επιτροπής στο κοινοβούλιο. Η φίλη μου η Άννα, δημοσιογράφος, είχε βρει θέση επισκέπτη και με είχε καλέσει να ακούσω από κοντά μια «ζωντανή» συζήτηση για δεοντολογία: πώς αντιμετωπίζεται η πολιτική διαφθορά και τι αλλάζει στη δημόσια πολιτική όταν οι πολίτες απαιτούν κανόνες. Σκεφτόμουν τη δημοκρατία σαν κάτι θεωρητικό, αλλά τώρα ένιωθα ότι είναι μια καθημερινή δοκιμασία.
Μπήκαμε από την πλαϊνή είσοδο, περάσαμε τον έλεγχο και ανεβήκαμε σε μια αίθουσα με ξύλινα έδρανα και χαμηλό βουητό. Κάτω, βουλευτές από κάθε κόμμα έκαναν μικρές ομάδες, σαν να ζέσταιναν τα επιχειρήματά τους πριν το παιχνίδι. Ο πρόεδρος της επιτροπής κάλεσε τη συζήτηση για έναν νέο νόμο, συνταγματικός, είπε, που θα αυστηροποιούσε τις δηλώσεις «πόθεν έσχες» και θα έβαζε όρια στις απευθείας αναθέσεις. Η Άννα έσκυψε στο αυτί μου. «Σήμερα θα δεις πώς η κυβέρνηση προσπαθεί να πείσει, και πώς η αντιπολίτευση ψάχνει ρωγμές», ψιθύρισε.
Μετά την εισαγωγή, πήρε τον λόγο ένας υπουργός, με ήρεμο ύφος αλλά κοφτές φράσεις. «Ο πολίτης έχει δικαίωμα να ξέρει πού πάνε τα χρήματά του. Η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με συνθήματα, χτίζεται με κανόνες», είπε, και αρκετοί κούνησαν τα κεφάλια τους. Απέναντι, μια βουλεύτρια αντέδρασε: «Ωραία τα λέτε, αλλά γιατί η κυβέρνηση άργησε; Και ποιος ελέγχει τον ελεγκτή;» Άκουσα για επιτροπές, ανεξάρτητες αρχές, για το αν θα μπαίνουν ποινές ή απλώς συστάσεις. Στο μυαλό μου στριφογύριζε η λέξη “δικαίωμα” σαν καρφί: δικαίωμα του πολίτη, αλλά και δικαίωμα του κατηγορούμενου να αποδειχθεί αθώος.
Στο διάλειμμα, βγήκαμε στον διάδρομο. Ένας νεαρός βοηθός βουλευτή, ο Μάνος, μας πλησίασε με το σήμα επισκέπτη ακόμα στο σακάκι. «Πρώτη φορά;» με ρώτησε. «Ναι, και ομολογώ ότι νιώθω χαμένος», είπα. Γέλασε χαμηλά. «Μην αγχώνεσαι. Η πολιτική εδώ μέσα είναι σαν σκάκι. Ο πρωθυπουργός μπορεί να μην είναι στην αίθουσα, αλλά όλοι παίζουν με βάση το τι θα φανεί προς τα έξω. Κι όταν έρθουν εκλογές, κάθε λέξη μετράει σαν ψήφος». Η Άννα τον ρώτησε ευθέως: «Και η διαφθορά; Υπάρχει πραγματική βούληση;» Ο Μάνος σήκωσε τους ώμους. «Υπάρχει φόβος. Κι ο φόβος καμιά φορά φέρνει αλλαγή».
Όταν επιστρέψαμε, η ένταση είχε ανέβει. Κάποιος βουλευτής μίλησε για “ηθικό κόστος” και κατηγόρησε ένα κόμμα ότι καλύπτει στελέχη του. Άλλος απάντησε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση είχε αφήσει «τρύπες» στον νόμο. Εγώ παρατηρούσα τις λεπτομέρειες: τα νευρικά χτυπήματα στα μικρόφωνα, τα χαμόγελα που δεν έφταναν στα μάτια, τα βλέμματα προς τις κάμερες. Δεν ήταν θεατρικό, όμως είχε σκηνές. Κάποια στιγμή ακούστηκε η λέξη «ψηφοφορία» για το αν θα περάσει η διάταξη ως έχει. Ένιωσα περίεργη αγωνία, σαν να επρόκειτο να δώσω εγώ την ψήφο μου.
Μετά το τέλος, κατεβήκαμε τα σκαλιά προς την πλατεία. Η Άννα έγραψε βιαστικά στο κινητό της, και ο αέρας μύριζε καφέ από τα περίπτερα. «Τελικά, τι κατάλαβες;» με ρώτησε. Στάθηκα για λίγο. «Ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο η ψήφος στις εκλογές. Είναι και το να ζητάς αποδείξεις, να παρακολουθείς το κοινοβούλιο, να πιέζεις την κυβέρνηση όταν κάτι δεν σου φαίνεται σωστό. Κι ότι η διαφθορά δεν είναι μια λέξη στις ειδήσεις· είναι μια ρωγμή που μεγαλώνει αν εμείς οι πολίτες κοιτάμε αλλού». Η Άννα χαμογέλασε κουρασμένα. «Αν το γράψω έτσι, θα θυμώσει κάποιος υπουργός», είπε. «Ας θυμώσει», απάντησα. «Αυτό είναι δικαίωμα του πολίτη».
Το βράδυ, στο σπίτι, άνοιξα την τηλεόραση. Στις ειδήσεις, έδειχναν αποσπάσματα: φωνές, χειροκροτήματα, και στο τέλος έναν σχολιαστή να λέει ότι «η κυβέρνηση θα κριθεί στην κάλπη». Σκέφτηκα τον Μάνο και το σκάκι του, και ένιωσα μια παράξενη αποφασιστικότητα. Δεν ήξερα αν θα αλλάξει κάτι με έναν νόμο ή με μια επιτροπή. Ήξερα όμως ότι την επόμενη φορά που θα έρθουν εκλογές, η ψήφος μου θα κουβαλάει εικόνες και φράσεις από εκείνη την αίθουσα. Κι ίσως, με έναν τρόπο, να είναι αυτό η πιο πρακτική μορφή πολιτικής συμμετοχής: να μη μένεις θεατής.