Τη Δευτέρα το πρωί, καθώς κατέβαινα την Πανεπιστημίου με τον καφέ στο χέρι, είδα στις ειδήσεις στο κινητό μου τη λέξη «χρηματιστήριο» να αναβοσβήνει σαν προειδοποίηση. Δεν ήμουν άνθρωπος των αριθμών, αλλά μετά από χρόνια κρίση και τη μικρή σταθερότητα που άρχισα να νιώθω στη δουλειά, ήθελα να καταλάβω πώς κινείται η αγορά. Το εισόδημα μου ήταν μέτριο, όμως οι τιμές ανέβαιναν· ο πληθωρισμός είχε γίνει κουβέντα καθημερινή, σαν τον καιρό. Σκέφτηκα ότι αν δεν μάθω, θα με παρασύρει το ρεύμα της οικονομία χωρίς να το καταλάβω.
Το βράδυ βρεθήκαμε με τον φίλο μου τον Μάνο σε ένα μικρό μπαρ στο Κουκάκι. Ο Μάνος δούλευε σε επιχείρηση με εξαγωγές και μιλούσε συχνά για εμπόριο, ΑΕΠ και ρυθμούς ανάπτυξης, σαν να ήταν ποδόσφαιρο. «Θέλω να μάθω τα βασικά», του είπα. Εκείνος γέλασε. «Μην κοιτάς μόνο το κέρδος. Κοίτα το ρίσκο και τον χρόνο. Και μην βάζεις λεφτά που θα χρειαστείς για νοίκι». Έγειρα πίσω και είπα χαμηλόφωνα: «Δηλαδή, επένδυση;» «Ναι, αλλά με σχέδιο. Και χωρίς φαντασιώσεις», απάντησε.
Την Τρίτη, η αδελφή μου η Ελένη με πήρε τηλέφωνο από την τράπεζα όπου δουλεύει. «Σε ακούω να ψάχνεσαι», είπε. «Αν θες, έλα αύριο να μιλήσουμε. Θα σου δείξω τι σημαίνει να έχεις χρέος και τι σημαίνει να το διαχειρίζεσαι». Δεν μου άρεσε η λέξη “χρέος”, γιατί μου θύμιζε τους γονείς μας, που κάποτε πάλευαν με δόσεις και φόρος που άλλαζε κάθε χρόνο. Όμως συμφώνησα. Την Τετάρτη κάθισα απέναντί της σε ένα γραφείο με γυάλινους τοίχους, βλέποντας ανθρώπους να περιμένουν με φακέλους. «Η ανεργία έχει πέσει από παλιά, αλλά ο φόβος μένει», μου είπε. «Γι’ αυτό οι άνθρωποι κρατάνε μετρητά. Κι όμως, τα μετρητά χάνουν αξία όταν ο πληθωρισμός τρέχει».
Την ίδια μέρα, μετά τη δουλειά, πήγαμε μαζί σε μια μικρή ενημερωτική εκδήλωση κοντά στο Σύνταγμα. Ένας ομιλητής εξηγούσε πώς λειτουργεί το χρηματιστήριο: μετοχές, δείκτες, ειδήσεις, και το πώς μια φήμη μπορεί να σηκώσει ή να ρίξει μια τιμή. Στο διάλειμμα, η Ελένη μου ψιθύρισε: «Αν μια επιχείρηση έχει σταθερά έσοδα, χαμηλό χρέος και καθαρή στρατηγική, η αγορά συνήθως την εμπιστεύεται περισσότερο». Ο Μάνος, που είχε έρθει κι αυτός, πρόσθεσε: «Να θυμάσαι ότι ο κόσμος δεν αγοράζει το παρόν, αγοράζει προσδοκίες». Ένιωσα σαν να ανοίγει ένα παράθυρο, αλλά και σαν να φυσάει κρύος αέρας: οι προσδοκίες μπορεί να σε ζεστάνουν ή να σε παγώσουν.
Την Πέμπτη έκανα κάτι που παλιά θα με τρόμαζε: άνοιξα έναν λογαριασμό επενδύσεων, με ποσό μικρό, σχεδόν συμβολικό. «Μόνο για να μάθεις», μου είπε η Ελένη, «όχι για να κυνηγήσεις γρήγορο κέρδος». Το βράδυ, στο σπίτι, έφτιαξα ένα τετράδιο. Έγραψα δίπλα-δίπλα τις λέξεις: οικονομία, αγορά, επένδυση. Και πιο κάτω: φόρος, εισόδημα, χρέος. Παρακολουθούσα ειδήσεις για μια εταιρεία που ανακοίνωσε νέα συνεργασία στο εμπόριο της Μεσογείου. Η τιμή ανέβαινε. Το χέρι μου πήγε στο κουμπί “αγορά”, αλλά σταμάτησα. Σκέφτηκα τον Μάνο: «Μην μπερδεύεις τον ενθουσιασμό με γνώση».
Την Παρασκευή, στην πλατεία Βικτωρίας, είδα μια μικρή σκηνή που μου έμεινε. Ένας ηλικιωμένος μάλωνε με τον γιο του για τα χρήματα. «Δεν φτάνει το εισόδημα, παιδί μου», έλεγε. «Όλα ακριβαίνουν». Ο γιος απάντησε κουρασμένα: «Ψάχνω δουλειά, αλλά… ανεργία, τι να κάνω;» Εκεί κατάλαβα ότι η οικονομία δεν είναι απλώς γραφήματα. Είναι κουβέντες στον δρόμο, είναι άγχος και αξιοπρέπεια. Γύρισα σπίτι και άνοιξα ξανά τις σημειώσεις μου. Έγραψα: «Στόχος: να μη με κυβερνά ο φόβος. Να έχω σχέδιο, να πληρώνω στην ώρα μου, να καταλαβαίνω τι αγοράζω».
Το Σάββατο βρεθήκαμε οι τρεις μας σε μια βόλτα στο Θησείο. Ο ήλιος έπεφτε πίσω από την Ακρόπολη και οι τουρίστες έβγαζαν φωτογραφίες, αλλά εμείς μιλούσαμε για νούμερα. «Αν το ΑΕΠ ανεβαίνει, δεν σημαίνει ότι όλοι νιώθουν καλύτερα», είπε η Ελένη. «Το θέμα είναι πού πάει το κέρδος και ποιος πληρώνει τον φόρος». Ο Μάνος κούνησε το κεφάλι: «Και πόσο αντέχει μια αγορά όταν αλλάζουν οι συνθήκες. Μια νέα κρίση μπορεί να έρθει από έξω, από το εμπόριο ή από τις τράπεζες». Τους άκουγα και, για πρώτη φορά, δεν ένιωθα χαμένος. Ένιωθα μαθητής σε μια πόλη που δεν σταματά να δοκιμάζεται, αλλά συνεχίζει. Κι εγώ, με μικρά βήματα, μάθαινα να διαβάζω τα σημάδια.