Όταν γύρισα στη γειτονιά μου, στα Πατήσια, μετά από χρόνια δουλειάς σε άλλη πόλη, ένιωσα πως όλα είχαν μικρύνει: τα πεζοδρόμια, τα μπαλκόνια, ακόμα και οι φωνές στο καφενείο. Κι όμως, εκείνο το απόγευμα, η πολιτική ήταν παντού. Στον τοίχο της πολυκατοικίας υπήρχε αφίσα ενός κόμματος που υποσχόταν «καθαρή δημόσια πολιτική», και στο κινητό μου έπεφταν ειδοποιήσεις για μια συνεδρίαση στο κοινοβούλιο. Δεν με ένοιαζε ποτέ ιδιαίτερα η κυβέρνηση, αλλά κάτι με τσίγκλησε: μια καταγγελία για σκάνδαλο σε προμήθειες του δήμου, που έφτανε μέχρι έναν υπουργό. Είχα δικαίωμα να κλείσω τα μάτια, αλλά ως πολίτης ένιωθα πως, αν το έκανα, θα συμμετείχα στη σιωπή.
Στο καφενείο «Ο Σταθμός» βρήκα τον φίλο μου τον Μάνο, παλιό συμμαθητή, που τώρα δούλευε ως βοηθός σε βουλευτικό γραφείο. Μόλις κάθισα, μου έσπρωξε ένα χαρτί: «Κοίτα, αύριο έχει επιτροπή δεοντολογίας. Θα συζητήσουν αν παραβιάστηκε ο νόμος και αν υπάρχουν ευθύνες. Θα γίνει χαμός». Τον κοίταξα δύσπιστα. «Και τι αλλάζει; Ο πρωθυπουργός θα βγει, θα πει δυο ωραία, και μετά όλα θα ξεχαστούν». Ο Μάνος χαμογέλασε κουρασμένα. «Η δημοκρατία δεν είναι μόνο εκλογές. Είναι και το να απαιτείς απαντήσεις. Αλλιώς, η ψηφοφορία γίνεται απλή συνήθεια». Ένιωσα ένα κάψιμο στο στομάχι, σαν να μου θύμιζε κάτι που είχα ξεχάσει επίτηδες.
Την επόμενη μέρα, στο σπίτι της θείας μου, ανοίξαμε την τηλεόραση. Η αίθουσα της Βουλής φαινόταν ψυχρή, γεμάτη μικρόφωνα και νεύρα. Βουλευτές από κάθε κόμμα μιλούσαν γρήγορα, ο ένας πάνω στον άλλον. Ο πρόεδρος της επιτροπής επαναλάμβανε «η διαδικασία είναι συνταγματικός πυλώνας», αλλά οι φωνές τον κατάπιναν. Ένας υπουργός, κοστουμαρισμένος και ιδρωμένος, προσπαθούσε να δικαιολογήσει τις υπογραφές του. «Όλα έγιναν νόμιμα», είπε. «Οι προδιαγραφές ήταν σωστές». Τότε μια βουλευτής της αντιπολίτευσης σήκωσε έγγραφα. «Η σύμβαση γράφτηκε για μία εταιρεία. Αυτό δεν είναι δημόσια πολιτική, είναι εξυπηρέτηση». Η θεία μου ψιθύρισε: «Αν είναι έτσι, να πάει σπίτι του». Κι εγώ, χωρίς να το καταλάβω, έγνεψα καταφατικά.
Το απόγευμα βγήκα για περπάτημα. Στην πλατεία Αγίου Νικολάου, η Νεφέλη, μια γειτόνισσα που την ήξερα από παιδί, μοίραζε φυλλάδια. «Μαζεύουμε υπογραφές για να ζητήσουμε πλήρη στοιχεία: ποιος υπέγραψε, ποιος κέρδισε, ποιος πλήρωσε», μου είπε. «Θα τα στείλουμε και σε βουλευτές, να πιέσουν στο κοινοβούλιο». Της απάντησα ότι δεν θέλω φασαρίες. Εκείνη με κοίταξε ίσια. «Δεν είναι φασαρία να ζητάς διαφάνεια. Είναι δικαίωμα. Κι αν δεν το κάνουμε εμείς, ποιος;». Πήρα το στυλό. Όσο υπέγραφα, ένιωθα περίεργη ντροπή που άργησα τόσο. Δίπλα μας, ένας ηλικιωμένος είπε: «Εγώ ψηφίζω από το ’74. Πρώτη φορά νιώθω ότι η ψήφος μου μετράει και μετά τις εκλογές».
Το βράδυ, ο Μάνος με πήρε τηλέφωνο. «Ξέρεις τι έγινε; Ο υπουργός θα κληθεί ξανά. Κι ο πρωθυπουργός πιέζεται να δώσει εξηγήσεις. Δεν ξέρω πού θα βγει, αλλά τουλάχιστον δεν πέρασε έτσι». Του είπα ότι υπέγραψα στην πλατεία. Γέλασε. «Ε, να που η πολιτική σε βρήκε». Σκέφτηκα πόσο εύκολο είναι να μιλάμε για δημοκρατία σαν ιδέα, και πόσο δύσκολο να την κάνουμε πράξη σε μια κουρασμένη καθημερινότητα. Δεν ήμουν ήρωας. Απλώς ένιωσα ότι ο ρόλος μου ως πολίτης δεν τελειώνει στην κάλπη.
Μια εβδομάδα μετά, πήγα σε μια μικρή ανοιχτή συζήτηση στο πολιτιστικό κέντρο. Δεν ήταν προεκλογική συγκέντρωση, ούτε διαφήμιση κάποιου κόμματος. Ήταν άνθρωποι της γειτονιάς που ήθελαν να καταλάβουν πώς λειτουργεί η κυβέρνηση, τι σημαίνει έλεγχος, και πώς ένα κενό σε έναν νόμο μπορεί να γεννήσει αδικία. Η Νεφέλη μίλησε πρώτη: «Δεν ζητάμε θαύματα. Ζητάμε κανόνες και συνέπειες». Ένας δικηγόρος εξήγησε τι είναι συνταγματικός έλεγχος και πότε μια επιτροπή μπορεί να στείλει υπόθεση στη Δικαιοσύνη. Καθώς άκουγα, ένιωθα ότι οι λέξεις—εκλογές, ψήφος, κοινοβούλιο—έπαψαν να είναι τηλεοπτικός θόρυβος. Έγιναν εργαλεία. Κι όταν γύρισα σπίτι, κοίταξα την αφίσα στον τοίχο και σκέφτηκα: ίσως η πιο δύσκολη ψηφοφορία είναι αυτή που κάνεις κάθε μέρα, όταν αποφασίζεις αν θα μείνεις θεατής ή θα συμμετέχεις.