Τη μέρα που έφτασα στην Ικαρία για να καλύψω ένα ρεπορτάζ, είχα ήδη έναν κόμπο στο στομάχι. Στην Αθήνα έτρεχα συνέχεια, έτρωγα ό,τι έβρισκα στο δρόμο και το βράδυ έπεφτα στο κρεβάτι εξαντλημένος. Έλεγα ότι “έτσι είναι η δουλειά”, αλλά μέσα μου ήξερα πως η υγεία μου είχε αρχίσει να πληρώνει το τίμημα. Στο λιμάνι, ο αέρας μύριζε θυμάρι και θάλασσα, κι αυτό με ηρέμησε. Παρ’ όλα αυτά, το κεφάλι μου βούιζε από άγχος, κι αναρωτήθηκα αν η ψυχική υγεία φαίνεται στο πρόσωπο όπως οι ρυτίδες της γήρανσης.
Το πρώτο απόγευμα γνώρισα τη Μαρίνα, μια νοσηλεύτρια που δούλευε στο μικρό νοσοκομείο του νησιού. Μου είπε με χαμόγελο: «Εδώ οι άνθρωποι δεν μιλάνε πολύ για βιολογική γήρανση, αλλά για ρυθμό ζωής. Αν θες να καταλάβεις τη μακροζωία, έλα αύριο μαζί μου.» Την ακολούθησα σε ένα καφενείο, όπου οι ηλικιωμένοι έπιναν καφέ αργά, σαν τελετουργία. «Η διατροφή είναι μέρος της κουλτούρας, όχι μόδα», μου εξήγησε. Κοίταξα τα πιάτα: φασόλια, χόρτα, ελαιόλαδο, λίγο ψάρι. Σκέφτηκα πόσο διαφορετικά τρώω εγώ, και ένιωσα ντροπή.
Την επόμενη μέρα πήγαμε στο ιατρείο. Εκεί γνώρισα τον γιατρό, τον κύριο Στέλιο, που είχε επιστρέψει από την Αθήνα για να δουλέψει στην κοινότητα. «Μην περιμένεις θαύματα», μου είπε, «η ιατρική βοηθάει, αλλά η πρόληψη σώζει ζωές». Την ώρα που μιλούσαμε μπήκε ένας ασθενής, ο παππούς Γιάννης, με πόνους στο στήθος. Η ατμόσφαιρα άλλαξε αμέσως. Ο γιατρός τον εξέτασε ήρεμα, του μέτρησε πίεση και του έδωσε ένα φάρμακο. «Δεν είναι ασθένεια που αγνοείται», είπε σοβαρά, «θα κάνουμε θεραπεία και θα αλλάξουμε συνήθειες». Εγώ σιωπούσα, νιώθοντας ότι άκουγα για πρώτη φορά τη λέξη “συνήθειες” σαν διάγνωση.
Μετά την επίσκεψη, η Μαρίνα με τράβηξε έξω στο προαύλιο. «Στην Αθήνα νομίζετε πως όλα λύνονται με ένα χάπι», μου είπε. «Εδώ ο γιατρός θα σου μιλήσει και για άσκηση, και για ύπνο, και για άγχος.» Της απάντησα λίγο αμυντικά: «Μα εγώ γυμνάζομαι… καμιά φορά». Γέλασε. «Άσκηση δεν είναι μόνο γυμναστήριο. Είναι περπάτημα στο βουνό, κηπουρική, χορός στο πανηγύρι. Είναι ευεξία που χτίζεται χωρίς να το καταλάβεις». Ένιωσα κάτι να ξεμπλοκάρει μέσα μου, σαν να μου έδιναν άδεια να ζήσω πιο αργά.
Το βράδυ, σε ένα σπίτι με αυλή, ο παππούς Γιάννης μας κάλεσε για φαγητό, σαν να ήθελε να αποδείξει ότι δεν είναι “μόνο ασθενής”. Η γυναίκα του έβαλε στο τραπέζι φακές με δάφνη, σαλάτα με άγρια ρόκα και ένα μικρό κομμάτι κατσικίσιο τυρί. «Η διατροφή μας είναι απλή», είπε, «αλλά κρατάει». Ο γιατρός τον ρώτησε: «Θα κόψεις το πολύ αλάτι;» Εκείνος αναστέναξε, μετά όμως χαμογέλασε: «Για την υγεία, θα το προσπαθήσω». Εγώ άκουγα και σκεφτόμουν πως η αλλαγή δεν γίνεται με φόβο, αλλά με παρέα.
Τις επόμενες μέρες περπάτησα μαζί τους σε ένα μονοπάτι προς ένα ξωκλήσι. Δεν ήμουν σε φόρμα, όμως κανείς δεν με πίεσε. Η Μαρίνα μου έλεγε ιστορίες από το νοσοκομείο: για ανθρώπους που έρχονται αργά, όταν η ασθένεια έχει προχωρήσει, και για άλλους που κάνουν πρόληψη με εξετάσεις, πριν εμφανιστούν τα δύσκολα. «Δεν είναι πάντα εύκολο», είπε, «αλλά η κοινότητα βοηθάει». Ο γιατρός πρόσθεσε: «Η ιατρική θέλει και ανθρώπινη σχέση. Αλλιώς, το φάρμακο μένει μισή λύση». Τα λόγια τους μου έμειναν περισσότερο κι από το τοπίο.
Όταν γύρισα στην Αθήνα, το ρεπορτάζ μου δεν ήταν μόνο για τη μακροζωία, αλλά για την καθημερινότητα που την φτιάχνει. Άλλαξα μικρά πράγματα: έβαλα σταθερό πρωινό, έμαθα να μαγειρεύω όσπρια, και κάθε απόγευμα περπατάω μισή ώρα χωρίς ακουστικά, μόνο για να ακούω την πόλη. Δεν έχω γίνει άλλος άνθρωπος, ούτε εξαφανίστηκε το άγχος, όμως νιώθω την ευεξία σαν κάτι που κερδίζεται σταδιακά. Και όταν πιάνω τον εαυτό μου να τρέχει χωρίς λόγο, θυμάμαι τον γιατρό: «Πρόληψη δεν είναι μια πράξη. Είναι τρόπος ζωής».