Την πρώτη φορά που άνοιξα το παλιό τετράδιο της νομικής κλινικής, ένιωσα πως δεν διάβαζα απλώς για το δίκαιο, αλλά για ανθρώπους που κρατιούνται όρθιοι με μια λεπτή κλωστή. Ήταν απόγευμα στο κέντρο της Αθήνας· οι μηχανές έξω από το γραφείο μας περνούσαν σαν κύματα, κι εγώ κοιτούσα τα χαρτιά μιας υπόθεσης που έμοιαζε απλή. Ο Μάνος, φίλος μου από το πανεπιστήμιο, είχε δεχτεί κατηγορία για «παράνομη κατάληψη» ενός μικρού μαγαζιού που ο ιδιοκτήτης είχε αφήσει κλειστό χρόνια. Όμως ο Μάνος έλεγε ότι είχε σύμβαση προφορική και ότι πλήρωνε κανονικά. Το πρόβλημα ήταν πως ο νόμος δεν αγαπάει τις σκιές: ζητά αποδείξεις, ημερομηνίες, υπογραφές.
«Δεν θέλω να γίνω παράδειγμα», μου είπε όταν τον συνάντησα σε ένα καφενείο στα Πετράλωνα. Τα χέρια του έτρεμαν λίγο καθώς έσπαγε τη ζάχαρη. «Με κοιτάνε σαν να είμαι ένοχος πριν καν γίνει δίκη». Η Κατερίνα, η δικηγόρος μας, άφησε το κινητό στο τραπέζι και τον κοίταξε ήρεμα. «Στο δικαστήριο δεν μετράει τι νομίζει η γειτονιά, αλλά τι μπορεί να αποδειχθεί. Και το σύνταγμα προστατεύει το δικαίωμα σε δίκαιη διαδικασία. Θα μιλήσουμε για την τεκμήριο αθωότητας, για την αναλογία της ποινής, για όλα». Ο Μάνος κούνησε το κεφάλι, αλλά στα μάτια του έβλεπα φόβο: όχι για τα λεφτά, αλλά για τη ρετσινιά.
Την επόμενη μέρα πήγαμε στο δικαστήριο νωρίς. Η αίθουσα είχε εκείνη τη μυρωδιά από χαρτί, καφέ και παλιά ξύλα, σαν να είχαν κολλήσει στους τοίχους όλες οι ιστορίες που είχαν ειπωθεί. Έξω, στον διάδρομο, άνθρωποι περίμεναν με φακέλους, άλλοι μιλούσαν δυνατά, άλλοι ψιθύριζαν σαν να φοβόντουσαν να ακουστούν. Η Κατερίνα μου εξήγησε χαμηλόφωνα τη διαδικασία: «Θα ακουστεί η κατηγορία, θα παρουσιαστούν μάρτυρες, και στο τέλος ο δικαστής θα βγάλει απόφαση. Δεν είναι θέατρο, αλλά έχει ρυθμό. Αν σε παρασύρει, χάνεις τη συγκέντρωση». Εγώ κρατούσα σημειώσεις και σκεφτόμουν πόσο εύκολα μια λέξη μπορεί να γίνει θηλιά.
Όταν μπήκαμε, ο ιδιοκτήτης, ένας άντρας γύρω στα εξήντα, στεκόταν με έναν δικό του δικηγόρο, αυστηρό και καλοσιδερωμένο. «Θέλω δικαιοσύνη», είπε δυνατά, σχεδόν σαν σύνθημα. «Μου πήραν το μαγαζί». Η Κατερίνα δεν αντέδρασε επιθετικά· έγειρε προς τον Μάνο. «Μην θυμώσεις. Η δικαιοσύνη δεν είναι φωνές. Είναι ερωτήσεις». Όταν ήρθε η σειρά μας, μίλησε καθαρά: «Ο εντολέας μου δεν αρνείται ότι μπήκε στον χώρο. Αλλά η πρόθεση και τα πραγματικά περιστατικά έχουν σημασία. Δεν υπάρχει κρυφή ζημία, υπάρχει προσπάθεια να δουλέψει νόμιμα. Ζητούμε να εξεταστεί αν στοιχειοθετείται η πράξη και αν η ποινή που ζητείται είναι υπερβολική». Είδα τον δικαστή να σημειώνει χωρίς έκφραση, κι ένιωσα ξαφνικά πόσο ψυχρή μπορεί να φαίνεται η ισορροπία του νόμου.
Ο μάρτυρας της απέναντι πολυκατοικίας είπε ότι «έβλεπε φώτα» και ότι «κάτι δεν του άρεσε». Η Κατερίνα ρώτησε: «Τον είδατε να σπάει κλειδαριά; Τον ακούσατε να απειλεί;» Ο μάρτυρας δίστασε. «Όχι, απλώς… ήταν περίεργο». Εκεί, μέσα σε δευτερόλεπτα, κατάλαβα πώς μια υποψία γίνεται κατηγορία. Μετά παρουσιάσαμε αποδείξεις για λογαριασμούς ρεύματος στο όνομα του Μάνου, μηνύματα με τον ιδιοκτήτη για μια συμφωνία, και φωτογραφίες από επισκευές. «Δεν είμαι αθώος επειδή είμαι “καλό παιδί”», είπε ο Μάνος όταν του έδωσαν τον λόγο. «Θέλω να κριθώ με βάση τα γεγονότα. Το δικαίωμα να δουλέψω δεν πρέπει να γίνεται παγίδα». Η φωνή του έσπασε λίγο, αλλά δεν έκανε πίσω.
Μετά από μια μικρή διακοπή, ο δικαστής γύρισε και διάβασε την απόφαση. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα ακουστεί. «Το δικαστήριο κρίνει ότι δεν αποδεικνύεται δόλος για παράνομη κατάληψη όπως περιγράφεται στην κατηγορία. Ο κατηγορούμενος κηρύσσεται αθώος». Ο Μάνος άφησε μια ανάσα που την κρατούσε εβδομάδες. Ο ιδιοκτήτης κατέβασε το βλέμμα, θυμωμένος αλλά και κουρασμένος. Έξω, η Κατερίνα μας είπε: «Σήμερα κέρδισες, αλλά κράτα κάτι: η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο απόφαση. Είναι να μαθαίνουμε να ζούμε με κανόνες, χωρίς να ξεχνάμε τον άνθρωπο». Περπατήσαμε προς το μετρό, κι εγώ ένιωθα ότι το δίκαιο, όσο αυστηρό κι αν είναι, μπορεί μερικές φορές να ανοίγει χώρο για μια δεύτερη αρχή.