Το πρωί που ανακοινώθηκε το δημοψήφισμα, ένιωσα ένα περίεργο βάρος στο στομάχι, σαν να μου ζητούσαν ξαφνικά να αποδείξω τι σημαίνει δημοκρατία στην πράξη. Ζω στον Νέο Κόσμο, σε μια πολυκατοικία που μοιράζεται την ίδια είσοδο με ένα παλιό καφενείο. Εκεί, οι κουβέντες για πολιτική δεν είναι ποτέ αφηρημένες· γίνονται με καφέδες, με φωνές και με σιωπές που κρατάνε περισσότερο από τα λόγια. Το ερώτημα του δημοψηφίσματος αφορούσε έναν νέο νόμο για την ανάπλαση ενός πάρκου και για το πώς θα μοιραστούν τα χρήματα του δήμου. Κι εγώ, απλός πολίτης, έπρεπε να αποφασίσω αν θα πάω στη ψηφοφορία ή αν θα πω “όλοι ίδιοι είναι”.
Στο καφενείο, ο Γιάννης ο ιδιοκτήτης έβαζε τις καρέκλες έξω, και η θεία μου η Ελένη—που πάντα μιλάει σαν να είναι στο κοινοβούλιο—μοίραζε φυλλάδια. «Μην το υποτιμάς», μου είπε. «Η ψήφος σου είναι δικαίωμα, αλλά και ευθύνη. Αυτό είναι συνταγματικός πυρήνας της δημοκρατίας». Έγνεψα, όμως μέσα μου αμφέβαλλα. «Και η κυβέρνηση;» ρώτησα. «Κι ο πρωθυπουργός; Αυτοί δεν αποφασίζουν;» Η Ελένη αναστέναξε. «Η κυβέρνηση προτείνει, το κοινοβούλιο ψηφίζει, αλλά σε τοπικά ζητήματα μπορεί να μιλήσει ο κόσμος. Αυτό είναι το νόημα». Ο Γιάννης πετάχτηκε: «Άσε, Ελένη, εδώ τα κόμματά τους μόνο τσακώνονται. Εγώ θέλω να δω αποτέλεσμα».
Το απόγευμα πήγα με την Ελένη σε μια ανοιχτή συζήτηση στο πολιτιστικό κέντρο. Η αίθουσα μύριζε ξύλο και υγρασία, και οι άνθρωποι κάθονταν σαν να περίμεναν παράσταση. Στο πάνελ ήταν ένας δημοτικός υπουργός—έτσι τον φώναζαν, αν και δεν ήταν υπουργός της κεντρικής κυβέρνησης—και δύο εκπρόσωποι από διαφορετικό κόμμα. Ο ένας μιλούσε για δημόσια πολιτική: «Θέλουμε πράσινο, ασφάλεια, παιδικές χαρές. Ο νέος νόμος βάζει κανόνες και διαφάνεια». Ο άλλος αντέτεινε ότι η πρόταση κρύβει συμφέροντα. Κι εγώ άκουγα, προσπαθώντας να ξεχωρίσω ποιος μιλάει με στοιχεία και ποιος με φόβο.
Μετά τη συζήτηση, βγήκαμε έξω. Η Ελένη είχε ανάψει, σαν να είχε μόλις βγει από τηλεοπτικό πάνελ. «Τι κατάλαβες;» με ρώτησε. «Ότι όλοι λένε “διαφάνεια” αλλά κανείς δεν δείχνει χαρτιά», της απάντησα. Εκείνη γέλασε πικρά. «Γι’ αυτό πρέπει να συμμετέχουμε. Όταν οι πολίτες δεν πιέζουν, η κυβέρνηση—όποια κι αν είναι—βολεύεται». Στο πεζοδρόμιο μας πλησίασε ο Νίκος, φίλος μου από το σχολείο, που τώρα δουλεύει σε μια ΜΚΟ. «Σκεφτόμαστε να κάνουμε παρατηρητές στη διαδικασία», είπε. «Όχι για να τσακωθούμε, αλλά για να νιώσουν όλοι ότι η ψηφοφορία είναι καθαρή». Η ιδέα μου φάνηκε σοβαρή. Για πρώτη φορά δεν ένιωθα θεατής.
Τις επόμενες μέρες διάβαζα άρθρα, ρωτούσα, έβλεπα αποσπάσματα από συζητήσεις στο κοινοβούλιο για παρόμοια θέματα. Κάπου ανάμεσα στις φωνές, έβλεπα και κάτι άλλο: ανθρώπους που προσπαθούσαν πραγματικά να φτιάξουν έναν καλύτερο κανόνα. Σκέφτηκα τον όρο “δημόσια πολιτική” όχι σαν βαριά λέξη, αλλά σαν τις μικρές αποφάσεις που καθορίζουν πού θα παίζουν παιδιά και πού θα περπατούν οι ηλικιωμένοι. Ο νόμος δεν ήταν τέλειος, όμως είχε άρθρα που υποχρέωναν τον δήμο να δημοσιεύει προϋπολογισμούς. Αυτό, για μένα, μύριζε πιο πολύ δημοκρατία από τα μεγάλα συνθήματα.
Την ημέρα του δημοψηφίσματος, ο ήλιος έπεφτε κάθετα στις αυλές του σχολείου όπου γινόταν η ψηφοφορία. Στην είσοδο, δύο ηλικιωμένοι τσακώνονταν για το ποιο κόμμα “κρύβεται” πίσω από το “ναι” και το “όχι”. Ο Νίκος μου έκανε νόημα: «Έλα, είμαστε εδώ, όλα ήρεμα». Πήρα το ψηφοδέλτιο, μπήκα στο παραβάν και για λίγα δευτερόλεπτα άκουγα μόνο την ανάσα μου. Η ψήφος μου δεν θα έλυνε όλα τα προβλήματα της κυβέρνησης, ούτε θα άλλαζε τον πρωθυπουργό, αλλά θα έλεγε κάτι για μένα. Όταν έριξα τον φάκελο στην κάλπη, ένιωσα ότι το δικαίωμα γίνεται πράξη—κι ότι η δημοκρατία, όσο δύσκολη κι αν είναι, δεν είναι ξένη υπόθεση.
Το βράδυ, στο καφενείο, περιμέναμε τα αποτελέσματα σαν να βλέπαμε τελικό. Ο Γιάννης σκούπιζε τον πάγκο νευρικά. Η Ελένη έγραφε σημειώσεις, λες και θα έστελνε έκθεση σε υπουργό. Όταν ανακοινώθηκε οριακή νίκη της μίας πλευράς, δεν υπήρξαν πανηγύρια· μόνο ένα συλλογικό “α, λοιπόν”. «Τελικά;» μου είπε ο Γιάννης. «Άξιζε;» Τον κοίταξα και είπα: «Άξιζε γιατί τώρα πρέπει να τους κοιτάμε στα μάτια. Ο νόμος πέρασε ή δεν πέρασε, αλλά εμείς είμαστε εδώ». Η Ελένη χαμογέλασε. «Αυτό είναι πολιτική», ψιθύρισε, «όχι μόνο στο κοινοβούλιο. Στην καθημερινότητα».