Το πρώτο πρωινό του Μαρτίου, η παραλία στο Ρέθυμνο ήταν ήσυχη, αλλά εγώ δεν μπορούσα να ηρεμήσω. Είχα ανοίξει τον φάκελο με τα τιμολόγια πάνω στο τραπέζι της κουζίνας και άκουγα μόνο τον βραστήρα να σφυρίζει. Η οικονομία γύρω μας έδειχνε να ανασαίνει μετά από χρόνια, όμως η αγορά παρέμενε νευρική: άλλες τιμές για τα ίδια προϊόντα, άλλες απαιτήσεις από τους πελάτες, και μια μικρή σκιά πληθωρισμού που έκανε τα πάντα να φαίνονται πιο ακριβά. Σκεφτόμουν το εισόδημά μου και το χρέος που είχα αφήσει από έναν δύσκολο χειμώνα, όταν χτύπησε το κινητό μου.
«Έλα στο μαγαζί, να μιλήσουμε πριν ανοίξουμε για τη σεζόν», μου είπε η Μαρία, η φίλη μου και υπεύθυνη κρατήσεων στο γραφείο τουρισμού. Το γραφείο της ήταν δίπλα στη μαρίνα, γεμάτο φυλλάδια και χάρτες, αλλά και έναν υπολογιστή με ανοιχτά στατιστικά. «Κοίτα», μου είπε δείχνοντας μια οθόνη, «τα έσοδα από τον τουρισμό ανεβαίνουν, αλλά οι πελάτες είναι πιο προσεκτικοί. Ρωτούν για φόρους, για αποδείξεις, για πολιτικές ακύρωσης. Η κρίση τους έκανε καχύποπτους». Ένιωσα σαν να μου μιλούσε όχι μόνο για ταξίδια, αλλά για όλη την αγορά.
Την ίδια μέρα, πήγα στην τράπεζα για να συζητήσω μια μικρή επένδυση: να φτιάξω ένα online σύστημα για κρατήσεις σε εμπειρίες, όπως μαθήματα μαγειρικής και περιηγήσεις σε χωριά. Ο κύριος Ανδρέου, ο σύμβουλος, φορούσε γυαλιά με λεπτό σκελετό και μιλούσε ήρεμα. «Η επιχείρησή σου έχει δυνατότητες», είπε. «Αλλά πρέπει να δούμε νούμερα: ΑΕΠ της περιοχής, τάσεις στην αγορά εργασίας, ακόμα και την ανεργία τον χειμώνα. Όταν πέφτει η ανεργία, κινείται το εμπόριο και μένει περισσότερη ρευστότητα». Του εξήγησα πως φοβάμαι τον πληθωρισμό και τα επιτόκια. Χαμογέλασε: «Ο φόβος είναι λογικός. Το θέμα είναι να μην παγώσεις».
Το βράδυ συναντηθήκαμε οι τρεις μας, εγώ, η Μαρία και ο ξάδελφός μου ο Νίκος, σε ένα μικρό μεζεδοπωλείο. Ο Νίκος είχε περάσει από μια περίοδο ανεργίας και τώρα δούλευε σε εταιρεία που κάνει εισαγωγές–εξαγωγές. «Το εμπόριο δεν είναι μόνο κοντέινερ», είπε. «Είναι σχέσεις, εμπιστοσύνη και σταθεροί κανόνες. Αν ξέρεις πού να στοχεύσεις, μπορείς να έχεις κέρδος χωρίς να ρισκάρεις τρελά». Η Μαρία τον ρώτησε πώς βλέπει το διεθνές κλίμα. «Όλα επηρεάζουν την αγορά: από τα καύσιμα μέχρι τα ναύλα. Κι όταν ανεβαίνουν αυτά, ανεβαίνουν και οι τιμές εδώ. Έτσι έρχεται ο πληθωρισμός, σαν κύμα».
Γύρισα σπίτι και άνοιξα ένα τετράδιο που το έλεγα “σχέδιο σεζόν”. Έγραψα: «Στόχος: σταθερό εισόδημα, όχι μόνο καλοκαίρι». Έκανα δύο στήλες: έξοδα και έσοδα, και δίπλα μια μικρή γραμμή για φόρο, γιατί ήθελα να είμαι καθαρός. Θυμήθηκα παλιότερα που προσπαθούσα να τα βγάλω πέρα χωρίς πρόγραμμα, και κάθε μήνας έμοιαζε σαν μικρή κρίση. Τώρα ήθελα να μετράω τα πάντα: πόσο κοστίζει μια συνεργασία, τι αφήνει κέρδος, και πότε μια επένδυση αξίζει το ρίσκο. Στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπήρχε και το χρηματιστήριο, όχι σαν λύση-μαγικό ραβδί, αλλά σαν υπενθύμιση ότι η αξία ανεβαίνει και πέφτει με ιστορίες που δεν ελέγχω.
Την επόμενη εβδομάδα, πήγα ξανά στο γραφείο της Μαρίας. Είχε φέρει μια λίστα με συνεργάτες: ταβέρνες, οδηγούς, παραγωγούς. «Αν δουλέψουμε μαζί, το χρήμα θα μένει εδώ», είπε. «Και θα φαίνεται και στο ΑΕΠ της περιοχής, έστω έμμεσα». Γέλασα, γιατί ποτέ δεν φανταζόμουν να λέμε ΑΕΠ πάνω από καφέ. Ο Νίκος μπήκε αργότερα και πέταξε μια ιδέα: «Συνδέστε το εμπόριο με τον τουρισμό. Πούλα εμπειρία, αλλά και τοπικά προϊόντα, νόμιμα, με απόδειξη. Έτσι οι πελάτες νιώθουν ασφάλεια και εσύ έχεις πιο σταθερό κέρδος». Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι η οικονομία δεν είναι μόνο μεγάλα νούμερα στις ειδήσεις. Είναι οι μικρές αποφάσεις που κάνουμε, το πώς διαχειριζόμαστε το χρέος μας, το πόσο αντέχουμε τον φόβο, και το αν τολμάμε να επενδύσουμε σε κάτι που μας μοιάζει.