Όταν γύρισα στη Νάξο μετά από δέκα χρόνια στην Αθήνα, περίμενα να με χτυπήσει πρώτα η μυρωδιά της θάλασσας. Αντί γι’ αυτό, με χτύπησε ο αέρας: δυνατός, καθαρός, σαν να ήθελε να μου θυμίσει ότι εδώ το κλίμα έχει δικό του χαρακτήρα. Στο λιμάνι είδα τον θείο μου τον Μανώλη να με χαιρετά, αλλά πίσω του ξεχώριζα κάτι καινούριο: στο βάθος, πάνω στη ράχη, οι ανεμογεννήτριες γύριζαν αργά. «Καλώς τον», είπε. «Εδώ αλλάζει το νησί. Ενέργεια από τον άνεμο. Ανανεώσιμος τρόπος, λένε. Θα δούμε». Δεν ήξερα αν στη φωνή του υπήρχε περηφάνια ή ανησυχία.
Το βράδυ, στο καφενείο, βρήκα τη φίλη μου τη Μαρία, που δουλεύει στον δήμο. Είχε μπροστά της έναν χάρτη με γραμμές και σημειώσεις. «Προσπαθούμε να μειώσουμε τη ρύπανση και να φτιάξουμε ένα σχέδιο βιωσιμότητας», μου είπε πριν καν καθίσω. «Μετράμε κατανάλωση, μεταφορές, ακόμα και το πού πάνε τα απορρίμματα». Ο Γιάννης, ξάδελφός μου και ηλεκτρολόγος, ήρθε με δύο λεμονάδες. «Μην ακούς μόνο τα μεγάλα λόγια», πέταξε. «Οι ανεμογεννήτριες είναι καλή ιδέα, αλλά αν τις βάλεις λάθος, πειράζεις το οικοσύστημα. Τα πουλιά, οι διαδρομές τους, όλα». Ένιωσα να ανοίγει μέσα μου μια παλιά ένταση: θέλω προστασία της φύσης, αλλά θέλω και δουλειές για τους ανθρώπους.
Την επόμενη μέρα, περπατήσαμε οι τρεις προς το σημείο του έργου. Ο δρόμος ανέβαινε ανάμεσα σε ξερολιθιές και θυμάρι, κι εγώ θυμήθηκα τον παππού μου που έλεγε πως το νησί είναι ένα ευαίσθητο περιβάλλον, σαν λεπτό γυαλί. Στο πλάι του μονοπατιού είδαμε πλαστικά μπουκάλια και σπασμένα κουτιά. «Αυτό είναι το πιο απλό και το πιο δύσκολο», είπε η Μαρία σκύβοντας. «Ανακύκλωση. Κάδοι υπάρχουν, αλλά χωρίς συνήθεια δεν γίνεται αλλαγή». Ο Γιάννης κλώτσησε απαλά ένα σκουριασμένο κουτί. «Και μετά μιλάνε για πράσινη ενέργεια ενώ αφήνουν σκουπίδια στην πλαγιά», μουρμούρισε.
Φτάνοντας ψηλά, ο άνεμος σφύριζε στα αυτιά μας. Οι ανεμογεννήτριες έμοιαζαν τεράστιες, σχεδόν ξένες, αλλά το φως που άφηναν να περνά ανάμεσα στα πτερύγια έκανε σκιές πάνω στα βράχια, σαν ρολόι που μετράει χρόνο. Ένας εργολάβος, ο κύριος Στέλιος, μας πλησίασε. «Μην ανησυχείτε», είπε με χαμόγελο, «έχουμε μελέτες για το κλίμα, για τα ρεύματα, για την προστασία των πουλιών. Θα έχουμε λιγότερα καύσιμα, λιγότερη ρύπανση, πιο καθαρό περιβάλλον». Η Μαρία δεν μάσησε τα λόγια της: «Και οι δρόμοι που ανοίξατε; Η σκόνη; Η ηχορύπανση; Η φύση δεν είναι μόνο αριθμοί». Ο Στέλιος αναστέναξε. «Όλα είναι ισορροπία. Θέλετε να μείνουμε στο παλιό ή να πάμε σε ανανεώσιμο μέλλον;».
Κατεβαίνοντας, μπήκαμε σε μια μικρή κοιλάδα με χαμηλά δέντρα και μια στάνη. Εκεί, ο θείος Μανώλης μας περίμενε με το αγροτικό. «Είδατε;» ρώτησε. «Εγώ δεν είμαι κατά, αλλά φοβάμαι μην πληρώσουμε την αλλαγή με τρόπο που δεν φαίνεται αμέσως». Σώπασα, γιατί σκέφτηκα το νερό που παλιά έτρεχε στις στέρνες και τώρα, τα καλοκαίρια, λιγοστεύει. Το κλίμα αλλάζει, και μαζί του αλλάζουν και οι συνήθειες μας: περισσότερα κλιματιστικά, περισσότερη κατανάλωση ενέργειας, περισσότερη πίεση στο νησιωτικό οικοσύστημα. Η Μαρία κοίταξε τον ουρανό. «Αν δεν κάνουμε τώρα βιωσιμότητα πράξη, μετά θα τρέχουμε», είπε σιγά.
Το ίδιο βράδυ, οργανώσαμε μια μικρή ανοιχτή συζήτηση στην πλατεία. Ήρθαν νέοι, ψαράδες, ξενοδόχοι. Μίλησα κι εγώ, με καρδιά που χτυπούσε. «Δεν είναι “ή το έργο ή η φύση”», είπα. «Είναι πώς το κάνουμε, ποιος ελέγχει, τι ζητάμε ως κοινότητα». Ο Γιάννης πρότεινε να μπει σύστημα παρακολούθησης για το οικοσύστημα και να γίνουν εκπαιδεύσεις για ανακύκλωση στα σχολεία. Η Μαρία ζήτησε διαφάνεια, στοιχεία για ρύπανση, και κανόνες για μεταφορά υλικών. Ο θείος Μανώλης, που συνήθως δεν μιλά, σηκώθηκε: «Θέλω προστασία, αλλά θέλω και να μείνουμε εδώ. Αν η ανανεώσιμος ενέργεια μας βοηθήσει, ας γίνει σωστά». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι, όσο δύσκολη κι αν είναι η αλλαγή, το περιβάλλον δεν είναι κάτι μακρινό. Είναι το σπίτι μας, και επιτέλους αρχίσαμε να το υπερασπιζόμαστε με πράξεις.