Το καλοκαίρι που έκλεισα τα σαράντα, γύρισα στη Νάξο για λίγες μέρες, με έναν περίεργο κόμπο στο στομάχι. Η δουλειά στην Αθήνα με είχε ρουφήξει: καφές, άγχος, αργά βράδια και μια διατροφή που θύμιζε περισσότερο βιασύνη παρά φροντίδα. Ο πατέρας μου έλεγε ότι η υγεία δεν είναι δεδομένη και ότι η γήρανση φαίνεται πρώτα στις μικρές συνήθειες. Εγώ έκανα πως δεν ακούω, μέχρι που ένα πρωί ένιωσα ζάλη στο μετρό και σκέφτηκα, σχεδόν πανικόβλητος, «μήπως αρχίζει μια ασθένεια;». Στο νησί, ο αέρας μύριζε θυμάρι, αλλά εγώ ακόμα κουβαλούσα την πόλη στο σώμα μου.
Η θεία μου η Κατερίνα με περίμενε στην αυλή, δίπλα σε ένα τραπέζι γεμάτο ντομάτες, κατσικίσιο τυρί και ελιές. «Θα φας, πριν κάνεις οτιδήποτε», μου είπε. «Εδώ, η πρόληψη ξεκινάει από το πιάτο». Προσπάθησα να γελάσω. «Κατερίνα, δεν ήρθα για κήρυγμα». Εκείνη σήκωσε το φρύδι. «Δεν είναι κήρυγμα. Είναι ευεξία. Λίγο ψωμί, λίγο λάδι, και μετά άσκηση στη θάλασσα». Η κουβέντα της είχε κάτι ήρεμο, σαν να μιλούσε για έναν παλιό, σίγουρο δρόμο προς τη μακροζωία. Εγώ, πεισματάρης, παρατηρούσα τα χέρια της: γεμάτα ρυτίδες, αλλά σταθερά και δυνατά.
Αργότερα, περπατήσαμε μέχρι το μικρό κέντρο υγείας του χωριού, γιατί η Κατερίνα επέμενε να περάσω από τον γιατρό, «έτσι, για να είμαστε ήσυχοι». Ο γιατρός, ο κύριος Μάνος, με χαιρέτησε σαν να με γνώριζε χρόνια. «Λοιπόν, ασθενής δεν είσαι, αλλά κουρασμένος φαίνεσαι», είπε, αφού άκουσε την καρδιά μου και μέτρησε την πίεση. Μου μίλησε απλά για ιατρική χωρίς φόβο: «Δεν χρειάζεται νοσοκομείο για να καταλάβεις ότι ο οργανισμός σου ζητάει αλλαγή. Θέλεις θεραπεία; Ξεκίνα με ύπνο, κίνηση και καθαρό φαγητό». Όταν τον ρώτησα αν χρειάζομαι φάρμακο, κούνησε το κεφάλι. «Όχι ακόμα. Αλλά η πρόληψη είναι πιο έξυπνη από το να τρέχεις μετά».
Το απόγευμα βρεθήκαμε στην παραλία με τον ξάδελφό μου τον Πέτρο, που έκανε πάντα κάτι ανάμεσα σε χαλαρό τζόγκινγκ και γρήγορο περπάτημα. «Έλα, δέκα λεπτά μόνο», με πείραξε. Ένιωθα το σώμα μου βαρύ, σαν να διαμαρτυρόταν. «Δεν έχω αντοχή», του είπα. «Την αντοχή τη χτίζεις», απάντησε, «όπως χτίζεις και την ψυχική υγεία. Μικρά βήματα, κάθε μέρα». Σταματήσαμε κοντά σε έναν βράχο και μπήκαμε στο νερό. Η θάλασσα ήταν κρύα, αλλά καθαρή, και για πρώτη φορά εδώ και μήνες, ο νους μου ησύχασε. Σκέφτηκα πόσο συχνά μπερδεύω την κούραση με τεμπελιά, και πόσο άδικος ήμουν με τον εαυτό μου.
Το βράδυ, στο μπαλκόνι, η Κατερίνα έφερε φακές με λεμόνι και μια σαλάτα με χόρτα. «Δεν είναι δίαιτα», μου είπε πριν προλάβω να σχολιάσω. «Είναι διατροφή που κρατάει τους ανθρώπους όρθιους». Της είπα για την πίεση στη δουλειά, για το πώς κοιμάμαι με το κινητό δίπλα μου και ξυπνάω ήδη κουρασμένος. Εκείνη με κοίταξε σοβαρά. «Η ψυχική υγεία θέλει χώρο. Κλείσε λίγο τον θόρυβο». Ο Πέτρος συμπλήρωσε: «Και μην περιμένεις να σε αναγκάσει μια ασθένεια να αλλάξεις. Η μακροζωία δεν είναι τύχη, είναι σχέδιο». Η κουβέντα τους δεν είχε αυστηρότητα, μόνο μια πρακτική αγάπη που με ντρόπιασε.
Την τελευταία μέρα, περπάτησα μόνος ως το λιμάνι νωρίς το πρωί. Στο μυαλό μου γύριζαν οι λέξεις του γιατρού: θεραπεία χωρίς πανικό, πρόληψη χωρίς υπερβολές. Σκέφτηκα κι εκείνους τους ανθρώπους που τρέχουν στα μεγάλα νοσοκομεία της Αθήνας για εξετάσεις, κι εγώ που φοβόμουν μήπως «κάτι έχω» χωρίς να φροντίζω τα βασικά. Πριν μπω στο καράβι, έγραψα στο σημειωματάριό μου τρία πράγματα: καλύτερη διατροφή, λίγη άσκηση κάθε μέρα, και ύπνος χωρίς οθόνες. Η γήρανση θα έρθει, αλλά δεν χρειάζεται να με βρει απροετοίμαστο. Για πρώτη φορά, ένιωσα ότι η υγεία μου δεν είναι μια τυχαία ιστορία, αλλά μια επιλογή που μπορώ να γράψω εγώ.