Το πρωί που ξεκίνησαν όλα, καθόμουν σε ένα μικρό καφέ στα Εξάρχεια με τον φορητό μου υπολογιστή ανοιχτό και το διαδίκτυο να «σέρνεται». Είχα μπροστά μου μια λίστα με ιδέες για μια νέα εφαρμογή που θα βοηθούσε μικρά μαγαζιά να οργανώνουν τις παραγγελίες τους χωρίς χαρτιά. Η τεχνολογία με ενθουσίαζε, αλλά εκείνη τη μέρα ένιωθα ότι η καινοτομία είναι σαν να κυνηγάς λεωφορείο: αν αργήσεις ένα λεπτό, το χάνεις. Η οθόνη γέμιζε με σημειώσεις για δεδομένα, λογισμικό και μια πλατφόρμα που θα έπρεπε να δουλεύει σε κινητό και υπολογιστή.
Η Νάντια, φίλη μου από το πανεπιστήμιο, ήρθε λαχανιασμένη και κάθισε απέναντι. «Πάλι με τα σχέδια σου;» είπε και χαμογέλασε. «Έχω άγχος», της απάντησα. «Στην Αθήνα όλοι μιλάνε για startups, αλλά όταν φτάνεις στο πρόγραμμα ανάπτυξης, σε πνίγουν οι λεπτομέρειες». Εκείνη έβγαλε το τάμπλετ της και μου έδειξε ένα πρόχειρο σχέδιο. «Αν το κάνεις ψηφιακό σωστά, θα τους λύσεις τα χέρια. Αλλά πρέπει να σκεφτείς από τώρα την εμπειρία χρήστη και την ασφάλεια». Η λέξη «ασφάλεια» έμεινε να αιωρείται πάνω από το τραπέζι, σαν προειδοποίηση.
Το απόγευμα πήγαμε σε έναν συνεργατικό χώρο στο Γκάζι, όπου μια μικρή ομάδα ετοιμαζόταν για παρουσίαση σε επενδυτές. Εκεί γνώρισα τον Σπύρο, έναν ήσυχο προγραμματιστή που μιλούσε λίγο αλλά παρατηρούσε τα πάντα. «Η ιδέα σου είναι καλή», μου είπε, «αλλά το πραγματικό παιχνίδι είναι ο αλγόριθμος: πώς θα ταξινομείς τις παραγγελίες, πώς θα προβλέπεις τις ώρες αιχμής». «Με τεχνητή νοημοσύνη;» ρώτησα, και ένιωσα την καρδιά μου να ανεβαίνει. «Όχι μαγικά», απάντησε. «Με καθαρά δεδομένα, σωστό μοντέλο και απλό σχεδιασμό. Αλλιώς θα φτιάξεις κάτι που εντυπωσιάζει μόνο στην παρουσίαση».
Τις επόμενες μέρες, δουλεύαμε ασταμάτητα. Έγραφα κείμενα για την εφαρμογή, η Νάντια δοκίμαζε το μενού σαν να ήταν πελάτης, και ο Σπύρος βυθιζόταν στο λογισμικό. «Θέλω να είναι απλό», του έλεγα. «Να πατάει ο άλλος δύο κουμπιά και να τελειώνει». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Η απλότητα είναι δουλειά. Και μην ξεχνάς την κυβερνοασφάλεια. Αν διαρρεύσουν δεδομένα παραγγελιών, θα χαθεί η εμπιστοσύνη». Το βράδυ, στο μετρό, σκεφτόμουν πόσο εύκολο είναι να λες “ψηφιακός μετασχηματισμός” και πόσο δύσκολο να τον κάνεις πράξη χωρίς λάθη.
Δύο μέρες πριν την παρουσίαση, συνέβη κάτι που μας ξύπνησε απότομα. Η Νάντια μου έστειλε μήνυμα: «Κάποιος δοκίμασε να μπει στον δοκιμαστικό λογαριασμό. Το είδες;» Έτρεξα στον χώρο, άνοιξα τον υπολογιστή και είδα περίεργες προσπάθειες σύνδεσης. Ο Σπύρος δεν πανικοβλήθηκε. «Καλή στιγμή να μάθεις τι σημαίνει κυβερνοασφάλεια στην πράξη», είπε ήρεμα. Ρύθμισε έλεγχο δύο βημάτων, άλλαξε κλειδιά πρόσβασης και πρόσθεσε κανόνες στο σύστημα. «Η πλατφόρμα πρέπει να προστατεύει τους χρήστες, όχι να τους αγχώνει», μου εξήγησε. Κοίταζα τις γραμμές του προγράμματος και ένιωθα σαν να βλέπω τα νεύρα ενός ζωντανού οργανισμού.
Την ημέρα της παρουσίασης, ο χώρος γέμισε φωνές και μυρωδιά από καφέ. Ανέβηκα στη μικρή σκηνή, με την Νάντια δίπλα μου και τον Σπύρο πίσω, έτοιμο να παρέμβει αν κάτι «κολλούσε». «Φτιάχνουμε ένα εργαλείο για μικρές επιχειρήσεις», είπα, «μια εφαρμογή που μαζεύει παραγγελίες, οργανώνει δεδομένα και βοηθά τον ιδιοκτήτη να παίρνει αποφάσεις». Έδειξα πώς ο αλγόριθμος προτείνει ώρες για προετοιμασία και πώς η τεχνητή νοημοσύνη εντοπίζει επαναλαμβανόμενα λάθη. Ένας επενδυτής ρώτησε: «Και η ασφάλεια;» Κοίταξα τον Σπύρο και απάντησα: «Η κυβερνοασφάλεια δεν είναι κουμπί, είναι συνήθεια. Την χτίζουμε από την πρώτη μέρα». Όταν κατεβήκαμε, δεν ήξερα αν θα πάρουμε χρήματα, αλλά ήξερα κάτι άλλο: μέσα σε λίγες εβδομάδες είχαμε γίνει ομάδα και η τεχνολογία είχε πάψει να είναι ιδέα—είχε γίνει ευθύνη.