Την πρώτη μέρα που γύρισα στο χωριό μου στην Εύβοια, ο αέρας μύριζε θυμάρι και καμένο ξύλο μαζί. Η φωτιά του προηγούμενου καλοκαιριού είχε αφήσει σημάδια στα πεύκα, και το τοπίο έμοιαζε σαν να προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα ξαναγίνει πράσινο ή αν θα μείνει γυμνό. Είχα έρθει για λίγες εβδομάδες, υποτίθεται για ξεκούραση, αλλά το περιβάλλον δεν σε αφήνει ποτέ πραγματικά να ξεκουραστείς όταν βλέπεις την αλλαγή με τα μάτια σου. Στον δρόμο προς το σπίτι, είδα αφίσες για μια νέα επένδυση: αιολικό πάρκο πάνω στη ράχη. «Ανανεώσιμη ενέργεια για το κλίμα», έγραφαν, όμως η λέξη “πάρκο” μου φάνηκε περίεργα ειρωνική.
Το βράδυ, στο καφενείο, όλοι μιλούσαν γι’ αυτό. Ο ξάδερφός μου ο Στέλιος, που δουλεύει σε συνεργείο, χτύπησε το τραπέζι με το ποτήρι. «Αν δεν πάμε σε ανανεώσιμη λύση, θα πνιγούμε στη ρύπανση και θα πληρώνουμε για πάντα πετρέλαιο», είπε. Η φίλη μου η Άννα, που γύρισε από την Αθήνα για να βοηθήσει σε μια ομάδα προστασίας του δάσους, του απάντησε ήρεμα: «Δεν είμαι κατά της ενέργειας από τον άνεμο. Αλλά θέλω βιωσιμότητα, όχι να κόψουν ό,τι απέμεινε και να καταστρέψουν το οικοσύστημα στην κορυφή». Εγώ τους άκουγα και ένιωθα να χωρίζομαι στα δύο: από τη μία η ανάγκη, από την άλλη η φύση που είχε ήδη πληρώσει ακριβά.
Την επόμενη μέρα ανέβηκα με την Άννα στο μονοπάτι που οδηγεί στη ράχη. Είχε μαζί της έναν φάκελο με χάρτες και σημειώσεις, σαν να πήγαινε σε εξετάσεις. «Δες εδώ», μου είπε, δείχνοντας μια ρεματιά. «Αυτό είναι διάδρομος για πουλιά. Αν μπουν δρόμοι και θεμέλια, αλλάζει η ροή του νερού και η ζωή γύρω. Η προστασία δεν είναι μόνο να μη ρίχνεις σκουπίδια». Καθώς περπατούσαμε, βρήκαμε πλαστικά μπουκάλια και σακούλες από παλιό πικνίκ. Τα μάζεψα μηχανικά. «Ανακύκλωση στο χωριό έχουμε ακόμα μισή», μουρμούρισα. «Και μετά μιλάμε για μεγάλα έργα». Η Άννα χαμογέλασε πικρά: «Ακριβώς. Η βιωσιμότητα είναι και καθημερινή συνήθεια».
Το απόγευμα, στο δημαρχείο, έγινε ανοιχτή συζήτηση. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, σαν γιορτή χωρίς μουσική. Ένας μηχανικός της εταιρείας παρουσίασε διαφάνειες: λιγότερη ρύπανση, περισσότερη καθαρή ενέργεια, συμβολή στο κλίμα. «Το έργο θα φέρει δουλειές και θα μειώσει την εξάρτηση», είπε. Ο Στέλιος τον υποστήριξε: «Δεν μπορούμε να μένουμε πίσω. Η αλλαγή είναι εδώ». Η Άννα σήκωσε το χέρι. «Θέλουμε ανανεώσιμη ενέργεια, ναι. Αλλά γιατί όχι σε ήδη επιβαρυμένες ζώνες; Γιατί να ανοίξουν νέους δρόμους μέσα σε καμένες πλαγιές που τώρα αναγεννιούνται;» Κάποιος από πίσω φώναξε: «Και τι θα κάνουμε, θα ζούμε με κεράκια;» Ένιωσα τα βλέμματα να πηγαίνουν από πρόσωπο σε πρόσωπο, σαν να μετρούσαν ποιος αγαπά περισσότερο τον τόπο.
Όταν βγήκαμε έξω, ο Στέλιος με τράβηξε στην άκρη. «Εσύ τι λες;» ρώτησε χαμηλόφωνα. Σκέφτηκα τον πατέρα μου που πλήρωνε λογαριασμούς με άγχος, σκέφτηκα και το βουνό που έβλεπα μικρός, γεμάτο σκιά. «Λέω ότι χρειαζόμαστε ενέργεια, αλλά και σχέδιο», του είπα. «Αν είναι να γίνει, να γίνει με σεβασμό: μέτρα για το οικοσύστημα, έλεγχος για τη ρύπανση από τα έργα, αποκατάσταση, και να βελτιώσουμε πρώτα τα απλά, όπως ανακύκλωση και εξοικονόμηση». Εκείνος αναστέναξε. «Σαν να ζητάς από όλους να μεγαλώσουν λίγο απότομα». «Ίσως ήρθε η ώρα», του απάντησα, χωρίς να είμαι σίγουρος αν το πίστευα.
Τις επόμενες μέρες, κάτι άλλαξε. Η Άννα πρότεινε να κάνουμε μια μικρή ομάδα που θα πιέσει για καλύτερους όρους: να μείνουν εκτός οι πιο ευαίσθητες περιοχές, να υπάρχουν μετρήσεις θορύβου, να φυτευτούν δέντρα, να συμμετέχει ο δήμος στα οφέλη με έργα βιωσιμότητας. Ο Στέλιος, προς έκπληξή μου, ήρθε κι αυτός. «Δεν θέλω να τσακώνομαι για πάντα», είπε. Μαζί οργανώσαμε καθαρισμό στο ρέμα και βάλαμε κάδους ανακύκλωσης έξω από το σχολείο, με πινακίδες που εξηγούσαν απλά τι μπαίνει πού. Εκεί, ανάμεσα σε γέλια παιδιών και σακούλες γεμάτες σκουπίδια, ένιωσα για πρώτη φορά ότι η προστασία δεν είναι σύνθημα, αλλά σχέση.
Την τελευταία νύχτα πριν φύγω, ανέβηκα μόνος ως το ξέφωτο και κοίταξα τα φώτα του χωριού. Ο αέρας φυσούσε δυνατά, σαν υπενθύμιση ότι η φύση έχει τη δική της δύναμη. Σκέφτηκα πως το κλίμα δεν αλλάζει με μια απόφαση στο δημαρχείο, αλλά με χιλιάδες μικρές και μεγάλες επιλογές. Η ανανεώσιμη ενέργεια μπορεί να είναι μέρος της λύσης, αν δεν ξεχάσουμε το περιβάλλον που υποτίθεται ότι σώζουμε. Έβαλα το χέρι στην τσέπη και άγγιξα ένα μικρό πευκοβελόνι που είχα κρατήσει. Δεν ήταν φυλαχτό, ήταν υπενθύμιση: καμία αλλαγή δεν αξίζει, αν μας κάνει να χάσουμε την ίδια τη φύση που μας κρατά ζωντανούς.