Το βράδυ που ξεκίνησαν όλα, περπατούσα στην Πανεπιστημίου με το λάπτοπ στην τσάντα και το μυαλό γεμάτο σκέψεις. Εδώ και μήνες δούλευα σε μια μικρή ομάδα που είχε στήσει μια πλατφόρμα για τοπικά καταστήματα. «Ψηφιακή αγορά για όλους», λέγαμε, αλλά τελευταία κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι πωλητές παραπονιούνταν ότι χανόταν πρόσβαση στους λογαριασμούς τους. Η τεχνολογία μπορεί να ανοίγει δρόμους, όμως το διαδίκτυο έχει και σκοτεινές γωνιές. Ένιωθα ότι η κυβερνοασφάλεια δεν ήταν πια “ένα κουτάκι” στη λίστα, αλλά το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας μας.
Στο coworking στον Κεραμεικό, η Μυρτώ είχε ανοίξει τον υπολογιστή της και κοιτούσε τα δεδομένα σαν να διάβαζε καφέ. «Δες αυτά τα login attempts», μου είπε και έσπρωξε την οθόνη προς το μέρος μου. Πολλά αιτήματα από περίεργες διευθύνσεις, μέσα σε λίγα λεπτά. «Κάποιος δοκιμάζει κωδικούς με αλγόριθμο», πρόσθεσε. Ο Πέτρος έφτασε λαχανιασμένος με δύο καφέδες. «Πάλι επίθεση;» ρώτησε. Έγνεψα. «Ναι, και πρέπει να κλείσουμε τρύπες πριν μας κλείσει η αγορά», απάντησα, νιώθοντας το στομάχι μου να σφίγγεται.
Ανοίξαμε το πρόγραμμα που παρακολουθούσε την κίνηση και ψάξαμε στο λογισμικό μας για αδυναμίες. Η πλατφόρμα είχε χτιστεί γρήγορα, με πολλή καινοτομία αλλά λίγες άμυνες. «Έχουμε rate limiting;» ρώτησα. Η Μυρτώ σήκωσε τους ώμους. «Όχι αρκετό. Και δεν έχουμε ενεργοποιήσει σωστά το δεύτερο βήμα ταυτοποίησης σε όλους.» Ο Πέτρος, που συνήθως ήταν αισιόδοξος, αυτή τη φορά μίλησε σιγά: «Αν κάποιος πάρει πρόσβαση, μπορεί να αλλάξει IBAN και να κλέψει πληρωμές. Δεν είναι παιχνίδι.» Η φωνή του έκανε τον χώρο να μοιάζει πιο μικρός.
Τότε μου ήρθε μια ιδέα που είχαμε αφήσει στην άκρη λόγω χρόνου: να χρησιμοποιήσουμε τεχνητή νοημοσύνη για να εντοπίζουμε ύποπτη συμπεριφορά. «Μπορούμε να φτιάξουμε ένα μοντέλο που βλέπει μοτίβα», είπα, προσπαθώντας να ακούγομαι σίγουρος. Η Μυρτώ δεν ενθουσιάστηκε αμέσως. «Η τεχνητή νοημοσύνη θέλει καθαρά δεδομένα, αλλιώς θα κάνει λάθη και θα μπλοκάρει αθώους. Και πρέπει να είμαστε διαφανείς, αλλιώς θα μας κατηγορήσουν.» Ο Πέτρος όμως άναψε: «Μπορούμε να το ξεκινήσουμε απλά. Ένα φίλτρο για υπερβολικά γρήγορες προσπάθειες σύνδεσης, και μετά βελτίωση.» Εκεί κατάλαβα ότι η λύση δεν θα ήταν ένα μαγικό κουμπί, αλλά μια σειρά από μικρές, σωστές αποφάσεις.
Ξεκινήσαμε νυχτερινή βάρδια. Έγραψα κώδικα για να καταγράφουμε καλύτερα τα συμβάντα, ενώ η Μυρτώ έστησε κανόνες για ειδοποιήσεις. «Θέλω μια εφαρμογή στο κινητό για τους πωλητές, να παίρνουν μήνυμα όταν κάποιος μπαίνει από νέο υπολογιστή», είπε. «Και μια σελίδα μέσα στην πλατφόρμα με απλές οδηγίες: δυνατοί κωδικοί, προσοχή σε phishing, ενημερώσεις.» Ο Πέτρος έψαχνε ρυθμίσεις στο backend. «Θα βάλω περιορισμούς ανά IP και θα κλειδώνω λογαριασμό μετά από αποτυχημένες προσπάθειες», ανακοίνωσε. Κάθε μικρή αλλαγή έμοιαζε σαν να βάζουμε πόρτα σε ένα σπίτι που είχαμε χτίσει βιαστικά.
Κατά τις τρεις, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η κυρία Ελένη, ιδιοκτήτρια ενός μικρού μαγαζιού με είδη σπιτιού στα Πατήσια. «Παιδιά, φοβάμαι. Μου ήρθε email να πατήσω έναν σύνδεσμο για “επιβεβαίωση”. Είναι αληθινό;» Της μίλησα ήρεμα, παρότι ήμουν εξαντλημένος. «Μην πατήσετε τίποτα. Θα σας στείλουμε εμείς από την επίσημη εφαρμογή ειδοποίηση. Κοιτάξτε πάντα τη διεύθυνση και μην δίνετε κωδικούς.» Έκλεισα και ένιωσα βάρος. Η κυβερνοασφάλεια δεν ήταν μόνο τεχνικό θέμα· ήταν εμπιστοσύνη, άνθρωποι, καθημερινές ζωές.
Λίγο πριν ξημερώσει, είδαμε τις επιθέσεις να μειώνονται. Τα νέα φίλτρα έκοβαν τις αυτόματες προσπάθειες, και το σύστημα ειδοποιήσεων δούλευε. Η Μυρτώ χαμογέλασε πρώτη φορά μετά από ώρες. «Δεν λύσαμε τα πάντα, αλλά κάναμε τη βάση πιο δυνατή», είπε. Κοίταξα έξω: η Αθήνα άρχιζε να φωτίζεται, τα πρώτα λεωφορεία περνούσαν, και ένιωσα μια περίεργη περηφάνια. Η τεχνολογία δεν είναι μόνο γρήγορες ιδέες και ωραία σχέδια. Είναι ευθύνη, σωστή καινοτομία, και ένα πρόγραμμα που σέβεται τους ανθρώπους όσο σέβεται και τα δεδομένα τους.