Έφτασα στην Αμοργό τέλος Αυγούστου, όταν ο ήλιος ακόμα καίει, αλλά ο αέρας έχει μια πρώτη υπόσχεση φθινοπώρου. Είχα έρθει για λίγες μέρες ξεκούραση, όμως από το πρώτο κιόλας βράδυ ένιωσα κάτι να με τσιγκλάει. Στην παραλία, κάτω από το φως των ταβερνών, έβλεπα πλαστικά ποτήρια να κυλούν στην άμμο και μια λεπτή μυρωδιά από καμένο σκουπίδι να ανεβαίνει από τον δρόμο. Σκέφτηκα ότι το περιβάλλον εδώ μοιάζει δυνατό, αλλά κουράζεται σιωπηλά. Κι αν αλλάξει το κλίμα πιο γρήγορα απ’ όσο αντέχει το νησί, τι θα μείνει από τη φύση που όλοι φωτογραφίζουμε;
Το επόμενο πρωί, στο μικρό καφενείο του λιμανιού, γνώρισα την Ελένη, που δούλευε σε μια ομάδα θαλάσσιας προστασίας. Κρατούσε έναν φάκελο γεμάτο χάρτες και σημειώσεις για το οικοσύστημα του κόλπου. «Βλέπεις εκεί πέρα;» μου είπε δείχνοντας τα βράχια. «Κάτω από το νερό έχουμε λιβάδια ποσειδωνίας. Είναι σαν δάσος, κρατάει το νερό καθαρό και δίνει ζωή στα ψάρια. Αλλά η ρύπανση από τα σκάφη και τα σκουπίδια τα πληγώνει». Την άκουγα και ένιωθα ντροπή για το μπουκάλι που είχα πετάξει βιαστικά στο κάδο χωρίς να δω αν ήταν για ανακύκλωση.
Το μεσημέρι περπατήσαμε μαζί ως τον όρμο, όπου είχε μαζευτεί μια μικρή παρέα εθελοντών. Ένας ψαράς, ο Μανώλης, καθόταν στην άκρη με σκυμμένους ώμους και έραβε δίχτυα. «Εγώ δεν είμαι κατά της αλλαγής», είπε όταν η Ελένη του μίλησε για περιορισμούς στην αγκυροβόληση. «Αλλά να ζήσω πώς; Το καύσιμο είναι ακριβό, η ενέργεια στο νησί έρχεται ακόμα από γεννήτριες, και τώρα μου λέτε να κάνω κι άλλα. Η βιωσιμότητα είναι ωραία λέξη, μα η τσέπη μου είναι άδεια». Η φωνή του είχε πίκρα, όχι θυμό.
Η Ελένη κάθισε δίπλα του. «Σε καταλαβαίνω», του είπε ήρεμα. «Γι’ αυτό πιέζουμε να μπουν πλωτές σημαδούρες, ώστε να μη ρίχνετε άγκυρα πάνω στην ποσειδωνία. Και να δοθούν κίνητρα για ανανεώσιμη ενέργεια στο λιμάνι, να φορτίζουν τα σκάφη και να μειώνεται η ρύπανση». Ο Μανώλης αναστέναξε. «Κι αν έρθουν οι τουρίστες και γεμίσουν τον κόλπο, ποιος θα τους μαζέψει;» Εγώ, χωρίς να το σκεφτώ πολύ, πετάχτηκα: «Ίσως να ξεκινήσουμε εμείς σήμερα. Όχι μόνο για τη φωτογραφία». Τα μάτια μου πήγαν στα αποτσίγαρα που είχαν γίνει μικρές πληγές στην άμμο.
Ξεκινήσαμε καθαρισμό. Φορέσαμε γάντια, σακούλες, και χωρίσαμε τα σκουπίδια: πλαστικά, μέταλλο, γυαλί. Η ανακύκλωση δεν ήταν εύκολη· ο κάδος ήταν γεμάτος, και έπρεπε να περπατήσουμε μέχρι το χωριό για να βρούμε άλλον. Στον δρόμο, είδα έναν κάδο να ξεχειλίζει και να τον παίρνει ο αέρας προς το ρέμα. Σκέφτηκα πόσο γρήγορα κάτι μικρό γίνεται πρόβλημα για όλο το οικοσύστημα. Η Ελένη μου είπε χαμηλόφωνα: «Αν δεν μειώσουμε τα απορρίμματα, θα πληρώσουμε με λιγότερα ψάρια, περισσότερα άλγη, και με παραλίες που θα μυρίζουν πλαστικό». Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Το απόγευμα, καθίσαμε όλοι μαζί στην προβλήτα. Ο Μανώλης έβγαλε από την τσάντα του ένα μικρό μπουκάλι νερό και μου το έδωσε. «Πάρ’ το, αλλά κράτα το. Γέμισε το ξανά. Εδώ το νερό δεν είναι άπειρο». Η φράση του μου θύμισε πόσο εύθραυστη είναι η καθημερινότητα στα νησιά, ειδικά όταν το κλίμα γίνεται πιο ξηρό και οι βροχές αργούν. Η Ελένη άνοιξε το κινητό της και μου έδειξε φωτογραφίες από μια χελώνα που είχε μπλεχτεί σε πετονιά. «Η προστασία δεν είναι θεωρία», είπε. «Είναι να αλλάζεις συνήθειες, να μιλάς στους άλλους, να ζητάς λύσεις από τον δήμο». Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως δεν είχα έρθει μόνο για διακοπές.
Την τελευταία μέρα, πριν φύγω, περπάτησα μόνος μου στο μονοπάτι πάνω από τον κόλπο. Η θάλασσα έλαμπε, αλλά τώρα έβλεπα και τα σημάδια: ένα σπασμένο πλαστικό καπάκι ανάμεσα στα θυμάρια, ένα ίχνος λαδιού κοντά στα βράχια. Δεν με έπιασε απόγνωση· με έπιασε ευθύνη. Έστειλα μήνυμα στην Ελένη ότι θα στηρίξω την καμπάνια τους και θα μιλήσω στην παρέα μου για λιγότερα πλαστικά, περισσότερη ανακύκλωση, και επιλογές με βιωσιμότητα. Αν το περιβάλλον είναι το σπίτι μας, τότε η φύση δεν χρειάζεται θαυμαστές—χρειάζεται συμμάχους.