Ο Γιώργος, ένας δυναμικός νέος που ζει στην Αθήνα, είχε μία ιδιαίτερη αγάπη για τα ψώνια. Συχνά περνούσε ώρες περιπλανώμενος στην εμπορική συνοικία Ερμού, αναζητώντας την τελευταία λέξη της μόδας.
Ένα Σάββατο απόγευμα, βρέθηκε στον Μοναστηράκι με την κολλητή του, Μαρία. Αφού πήραν τον πρωινό τους καφέ στην Πλατεία, άρχισαν να περιηγούνται στα μικρά καταστήματα. "Γιώργο, δεν θα πρέπει να σκεφτείς λίγο περισσότερο πριν αγοράσεις κάτι;" ρώτησε η Μαρία παρατηρώντας τον να εξετάζει ένα χρυσό ρολόι. Της απάντησε με ένα χαμόγελο, "Μαρία, δεν αγοράζω απλά πράγματα, επενδύω στην ευτυχία μου!"
Η Μαρία, παρόλο που τον καταλάβαινε, ήταν πάντα πιο συντηρητική στον τρόπο που ξόδευε τα χρήματά της. Προτιμούσε να ψωνίζει όταν υπήρχαν εκπτώσεις και προσφορές. Την επόμενη εβδομάδα, ο Γιώργος της πρότεινε να πάνε στο Κολωνάκι για ψώνια. "Θα βρούμε εκεί τις καλύτερες επιλογές!" έλεγε ενθουσιασμένος. Η Μαρία συμφώνησε, αλλά με την προϋπόθεση να επισκεφθούν τα μαγαζιά της Ερμού πρώτα.
Επισκέφθηκαν πολλά καταστήματα, παρόλο που ο Γιώργος έμενε ιδιαίτερα ευχαριστημένος με τις αγορές του, η Μαρία δεν κατάφερε να βρει κάτι που να της αρέσει πραγματικά. "Γιώργο, αυτό το μαγαζί έχει τόσο υψηλές τιμές, πώς μπορείς να αγοράζεις τόσο εύκολα;" ρώτησε.
Ο Γιώργος της έδωσε την ίδια απάντηση: "Επενδύω στην ευτυχία μου, Μαρία." Ωστόσο, η Μαρία ένιωσε ότι αυτός ο τρόπος σκέψης δεν ήταν πρακτικός.
Στο τέλος, ο Γιώργος πήρε ένα νέο μπουφάν και η Μαρία ένα φθηνότερο πουλόβερ. Καθώς έφευγαν, η Μαρία σκέφτηκε ότι, παρόλο που ο Γιώργος ένιωθε ευτυχισμένος με τις αγορές του, η ίδια ήταν ευχαριστημένη που είχε γλιτώσει λίγα χρήματα. Τελικά, η αξία των πραγμάτων δεν μετριέται από την τιμή τους, αλλά από τη χαρά που προσφέρουν.