Ήταν Κυριακή πρωί στο Κολωνάκι, και η Ελένη καθόταν στο καφενείο της γειτονιάς, ακούγοντας την εκκλησιά να χτυπά τα καμπανάκια. Έχει μεταναστεύσει στην Αυστραλία εδώ και τριάντα χρόνια, αλλά συνεχίζει να επισκέπτεται την Ελλάδα κάθε καλοκαίρι, προσπαθώντας να διατηρήσει ζωντανές τις ελληνικές της ρίζες.
Η Ελένη συναντιέται κάθε μέρα με την παλιά της φίλη, την Μαρία, στο Κολωνάκι. "Ελένη, θέλεις να πάμε στον Παναγιώτη για σουβλάκια;" πρότεινε η Μαρία. "Όχι, Μαρία, θέλω να πάω στο Μοναστηράκι για μπακλαβά," απάντησε η Ελένη. Η Μαρία χαμογέλασε, γνωρίζοντας ότι η Ελένη πάντα προτιμούσε τα γλυκά από τα ουζερί.
Καθώς περπατούσαν στους δρόμους της Αθήνας, η Ελένη αισθανόταν την αγάπη της για τον τόπο της να αυξάνεται. "Μαρία, πόσο μου έχει λείψει αυτή η πόλη," είπε η Ελένη, κοιτάζοντας την Ακρόπολη στο βάθος. Η Μαρία κατανόησε αυτό το συναίσθημα της Ελένης, καθώς είχε αδέρφια που είχαν μεταναστεύσει στην Αμερική.
Στο τέλος της ημέρας, η Ελένη και η Μαρία καθόνταν στον Λυκαβηττό, απολαμβάνοντας τη θέα της Αθήνας κάτω από τα φώτα της νύχτας. "Ελένη, πρέπει να επιστρέψεις στην Αυστραλία σύντομα," είπε η Μαρία, με ενα λυπηρό ύφος. "Ναι, όμως θα επιστρέψω και του χρόνου," απάντησε η Ελένη με ένα γενναίο χαμόγελο.
Η Ελένη επέστρεψε στην Αυστραλία, αλλά έφερε μαζί της τις αναμνήσεις από την Ελλάδα. Κάθε φορά που είχε νοσταλγία, έφτιαχνε μπακλαβά ή τηγανίτες, θυμόταν τις Κυριακές στο Κολωνάκι και τις βόλτες στο Μοναστηράκι. Τελικά, η Ελλάδα ήταν πάντα μέσα της, ανεξάρτητα από το πού βρισκόταν στον κόσμο.