Δεν περίμενα ότι η πρώτη μου εβδομάδα σε ελληνική startup θα ήταν τόσο έντονη. Το γραφείο μας ήταν σε ένα παλιό νεοκλασικό κοντά στο Μοναστηράκι, αλλά μέσα έμοιαζε με μικρό εργαστήριο: οθόνες παντού, καλώδια, ένας δυνατός υπολογιστής για τις δοκιμές και ένας πίνακας γεμάτος σημειώσεις. Η ομάδα δούλευε πάνω σε μια πλατφόρμα που βοηθά μικρά καταστήματα να κάνουν ψηφιακός μετασχηματισμός χωρίς να χρειάζονται μεγάλο budget. Εγώ, ως νέος προγραμματιστής, κοιτούσα τα δεδομένα από το διαδίκτυο και σκεφτόμουν πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει μια πόλη όταν η τεχνολογία γίνεται καθημερινότητα.
Εκείνο το απόγευμα η Μαρίνα, η product manager, με τράβηξε στην κουζίνα για καφέ. «Νίκο, σήμερα θα δείξουμε την εφαρμογή σε έναν πελάτη από την Πάτρα. Θέλω να είναι όλα καθαρά: onboarding, πληρωμές, και ειδικά η ενότητα με την τεχνητή νοημοσύνη», μου είπε. «Καλά, αλλά ο αλγόριθμος ακόμα μαθαίνει. Μερικές προτάσεις προϊόντων βγαίνουν περίεργες», απάντησα. Η Μαρίνα χαμογέλασε σαν να ήξερε ήδη την αγωνία μου. «Δεν θέλω τέλειο. Θέλω πειστικό και τίμιο. Να δείξουμε καινοτομία, αλλά και όρια». Ένιωσα ένα βάρος και ταυτόχρονα μια περίεργη περηφάνια.
Στην αίθουσα συναντήσεων ο Άρης, ο CTO, είχε ανοίξει το πρόγραμμα που τρέχει στο cloud και έδειχνε τις ροές. «Το λογισμικό μας παίρνει δεδομένα πωλήσεων, και με τεχνητή νοημοσύνη προτείνει τι να ανεβάσει ο έμπορος στο e-shop του», εξηγούσε. Ο πελάτης, ο κύριος Γιώργος, κοίταζε την οθόνη δύσπιστα. «Και αν κάνει λάθος; Αν προτείνει κάτι που δεν ταιριάζει στην πελατεία μου;» ρώτησε. Πριν μιλήσει ο Άρης, πετάχτηκα: «Γι’ αυτό κρατάμε τον άνθρωπο στο κέντρο. Η εφαρμογή προτείνει, αλλά εσείς εγκρίνετε. Και βλέπετε πάντα γιατί η πρόταση βγήκε έτσι». Ένιωσα ότι βρήκα τη φωνή μου.
Μετά την παρουσίαση, ενώ όλοι ανασάναμε, χτύπησε ειδοποίηση στο Slack. Κάποιος προσπάθησε να μπει στον λογαριασμό δοκιμών. Ο Άρης συνοφρυώθηκε. «Ώρα για κυβερνοασφάλεια, παιδιά. Δεν είναι θεωρία», είπε και μου έδωσε το laptop. Τα logs έδειχναν περίεργες προσπάθειες, σαν αυτοματοποιημένη επίθεση. «Στήσε πιο αυστηρά δικαιώματα και βάλε έλεγχο δύο παραγόντων», μου είπε. Ένιωθα τον ιδρώτα στα χέρια μου. Η Αθήνα έξω είχε φασαρία, μηχανάκια, κόσμο, αλλά εγώ ήμουν κλεισμένος σε έναν ψηφιακός πόλεμο, ανάμεσα σε γραμμές κώδικα και αποφάσεις που έπρεπε να παρθούν γρήγορα.
Η Μαρίνα γύρισε από τη βεράντα και μας κοίταξε. «Τι έγινε; Θα ακυρώσουμε;» Ο Άρης κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Θα το κάνουμε σωστά. Νίκο, μπορείς;» Την ίδια στιγμή σκέφτηκα τον πατέρα μου, που έχει περίπτερο και πάντα λέει ότι «το διαδίκτυο είναι ζούγκλα». Τώρα καταλάβαινα τι εννοούσε. «Μπορώ», είπα, και άνοιξα τις ρυθμίσεις της πλατφόρμας. Έκανα ενημέρωση στο λογισμικό, έβαλα κανόνες στο firewall, και έγραψα ένα μικρό πρόγραμμα που μπλοκάρει ύποπτα IP. Δεν ήταν ηρωισμός· ήταν προσοχή.
Αργά το βράδυ, όταν ο κίνδυνος πέρασε, κατεβήκαμε όλοι για σουβλάκι. Η πόλη μύριζε βρεγμένο πεζοδρόμιο και ψημένο κρέας. Ο Άρης, πιο χαλαρός τώρα, είπε: «Η καινοτομία δεν είναι μόνο νέα features. Είναι να κερδίζεις εμπιστοσύνη». Η Μαρίνα πρόσθεσε: «Και να εξηγείς την τεχνητή νοημοσύνη χωρίς μαγικά. Οι άνθρωποι φοβούνται αυτό που δεν καταλαβαίνουν». Τους άκουγα και σκεφτόμουν ότι η τεχνολογία στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μόδα. Είναι προσπάθεια, μικρές νίκες, και το θάρρος να χτίζεις κάτι που θα αντέξει, ακόμα κι όταν κάποιος δοκιμάζει να το σπάσει.