Την πρώτη Δευτέρα του Σεπτέμβρη, κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας με έναν κόμπο στο στομάχι. Δούλευα χρόνια σε μια μικρή επιχείρηση εισαγωγών, αλλά μετά από μια δύσκολη κρίση η δουλειά στέγνωσε. Η ανεργία δεν ήταν πια μια λέξη στις ειδήσεις· ήταν το πρωινό μου, ο καφές μου, η σιωπή στο σπίτι. Παρ’ όλα αυτά, η πόλη έδειχνε να κινείται: καινούριες πινακίδες, περισσότερος κόσμος στην αγορά, μια αίσθηση ότι κάτι αλλάζει, έστω αργά.
Στο καφέ κοντά στο Σύνταγμα με περίμενε η Άννα, παλιά συμφοιτήτρια που τώρα δουλεύει σε τράπεζα. «Πώς πας;» με ρώτησε, κοιτάζοντας με τρόπο που ήξερα ότι δεν ήθελε ψέματα. «Ψάχνω δουλειά. Στέλνω βιογραφικά, αλλά οι μισθοί… δεν φτάνουν», της είπα. Εκείνη αναστέναξε. «Το εισόδημα πολλών δεν έχει προλάβει τις τιμές. Με τον πληθωρισμό, όλα φαίνονται πιο βαριά. Αλλά έχουμε δει και σημάδια ανάκαμψης. Το ΑΕΠ ανέβηκε λίγο, και κάποιες εταιρείες ξανακάνουν επένδυση».
Εγώ χαμογέλασα πικρά. «Κι αυτό φαίνεται στην τσέπη του κόσμου;» Η Άννα έγειρε μπροστά. «Όχι πάντα. Η ανάκαμψη δεν μοιράζεται δίκαια. Υπάρχουν όμως προγράμματα για νέες θέσεις εργασίας. Και οι τράπεζες προσπαθούν να δώσουν δάνεια, πιο προσεκτικά από παλιά. Μετά από τόσα χρέος και κόκκινα δάνεια, κανείς δεν θέλει να ξανακάνει τα ίδια λάθη». Έδειξε το κινητό της με ένα γράφημα. «Κοίτα, ακόμα και το χρηματιστήριο έχει πιο σταθερές μέρες. Δεν σημαίνει ότι είναι παιχνίδι χωρίς ρίσκο, αλλά ο κόσμος παρακολουθεί ξανά».
Το απόγευμα περπάτησα προς την Αιόλου. Στα μαγαζιά έβλεπες ταυτόχρονα ελπίδα και φόβο: αφίσες “προσφορά”, υπάλληλοι που χαμογελούσαν με κούραση, ιδιοκτήτες που μετρούσαν το ταμείο. Μπήκα σε ένα μικρό βιβλιοπωλείο όπου ο Μάνος, ο ιδιοκτήτης, τακτοποιούσε κουτιά. «Ψάχνεις κάτι συγκεκριμένο;» ρώτησε. Του είπα την ιστορία μου, και πριν το καταλάβω μιλούσαμε για εμπόριο, για φόρο που αλλάζει συνέχεια, για το πόσο δύσκολο είναι να βγάλεις κέρδος όταν το κόστος ανεβαίνει. «Κάποτε έκανα παραγγελίες χωρίς να κοιτάζω δεύτερη φορά. Τώρα υπολογίζω τα πάντα», είπε. «Αλλά αν δεν ρισκάρεις, δεν κινείται η οικονομία».
Την επόμενη μέρα η Άννα με πήρε τηλέφωνο. «Θες να έρθεις σε μια ενημερωτική συνάντηση; Είναι για επιχειρήσεις που θέλουν να ξανανοίξουν ή να επεκταθούν. Έχουν έρθει άνθρωποι από επιμελητήριο και μιλάνε για εμπόριο με το εξωτερικό». Πήγα χωρίς μεγάλες προσδοκίες. Σε μια αίθουσα με πλαστικές καρέκλες, άκουσα για νέες συμφωνίες, για εξαγωγές, για το πώς η αγορά αλλάζει όταν ανοίγεις δρόμους εκτός Ελλάδας. Ένας ομιλητής είπε: «Η ανάκαμψη θέλει εμπιστοσύνη. Αν επενδύσεις σε ποιότητα και διαφάνεια, μπορείς να σταθείς. Αλλά να θυμάστε: οι φόροι και το κόστος δεν εξαφανίζονται, απλώς μαθαίνεις να τα διαχειρίζεσαι».
Στο τέλος, σε έναν διάδρομο, πέτυχα έναν παλιό πελάτη από τη δουλειά μου. «Εσύ εδώ;» είπε με έκπληξη. «Ψάχνω να ξαναμπώ στο παιχνίδι», απάντησα. Μου μίλησε για μια νέα επιχείρηση που στήνουν, πιο μικρή αλλά ευέλικτη, και χρειάζονται κάποιον που να ξέρει από προμηθευτές και τιμές. «Δεν υπόσχομαι θαύματα», είπε. «Η αγορά είναι ακόμα νευρική. Όμως αν δουλέψουμε σωστά, μπορούμε να βγάλουμε κέρδος χωρίς να πνίγουμε τους ανθρώπους μας». Ένιωσα κάτι να ξεσφίγγει μέσα μου.
Το βράδυ γύρισα σπίτι και έκατσα στο μπαλκόνι. Άκουγα τα μηχανάκια, μια παρέα να γελάει, και πιο μακριά το μετρό να περνάει σαν υπόγειος παλμός. Σκεφτόμουν ότι η κρίση δεν φεύγει απλώς επειδή το λένε οι αριθμοί. Μένει στις συνήθειες, στο φόβο, στο πώς κοιτάς τις αποδείξεις. Κι όμως, εκείνη τη μέρα είδα κάτι άλλο: ανθρώπους που συζητούσαν για επένδυση, για χρέος που πρέπει να μπει σε τάξη, για εισόδημα που θέλουν να μεγαλώσει. Η οικονομία δεν ήταν πια μόνο βάρος· ήταν και μια ιστορία που μπορούσα, ίσως, να ξαναγράψω.