Το καράβι έδενε στη Νάξο νωρίς το πρωί και το λιμάνι μύριζε καφέ, αντηλιακό και βιασύνη. Εγώ, η Άννα, κρατούσα ένα τετράδιο με αριθμούς, σαν να ήταν χάρτης. Δεν ήρθα μόνο για διακοπές· ήρθα να δω από κοντά πώς η οικονομία του νησιού ανεβοκατεβαίνει με την αγορά του τουρισμού. Σκεφτόμουν το εισόδημα των ανθρώπων εδώ: τους μήνες του καλοκαιριού τρέχει σαν νερό, τον χειμώνα στερεύει. Η εικόνα ήταν όμορφη, αλλά κάτω από την επιφάνεια υπήρχε πάντα η σκιά της κρίσης.
Ο ξάδερφός μου, ο Μανώλης, με περίμενε δίπλα στα φορτηγά που ξεφόρτωναν προμήθειες. Έχει μια μικρή επιχείρηση με ενοικιαζόμενα και ένα μαγαζί με τοπικά προϊόντα. «Φέτος η αγορά δείχνει δυνατή», μου είπε, «αλλά όλα είναι πιο ακριβά. Ο πληθωρισμός μας τρώει». Τον ακολούθησα στο μαγαζί: ράφια με μέλι, τυριά, λικέρ. «Και φόρος παντού», συνέχισε, δείχνοντας μια στοίβα αποδείξεις. «Κέρδος βλέπεις μόνο αν κρατήσεις το κόστος χαμηλά. Αλλιώς, δουλεύεις για να πληρώνεις». Κοίταξα τα χέρια του, γεμάτα μικρές γρατζουνιές, και κατάλαβα ότι το εμπόριο δεν είναι ρομαντική ιστορία.
Το μεσημέρι πήγαμε στην τράπεζα, γιατί ο Μανώλης ήθελε να ρωτήσει για μια επένδυση: λίγα φωτοβολταϊκά στην ταράτσα, για να κόψει τους λογαριασμούς. Στην ουρά ακούγονταν συζητήσεις για χρέος, δόσεις και επιτόκια. Η υπάλληλος, η κυρία Δέσποινα, μας μίλησε ήρεμα: «Μπορείτε να πάρετε ένα μικρό δάνειο, αλλά θα πρέπει να δείξετε σταθερό εισόδημα. Στα νησιά η εποχικότητα φαίνεται στους φακέλους». Ο Μανώλης σούφρωσε το στόμα. «Και η ανεργία τον χειμώνα;» ρώτησε. «Αν δεν δουλεύει ο κόσμος, δεν ξοδεύει». Η Δέσποινα έγνεψε. «Αυτό επηρεάζει όλη την οικονομία. Και, τελικά, το ΑΕΠ φαίνεται σαν αριθμός, αλλά πίσω του είναι άνθρωποι».
Το απόγευμα, καθίσαμε σε ένα καφενείο και ήρθε ο φίλος του, ο Στέλιος, που παρακολουθεί μανιωδώς το χρηματιστήριο. Άνοιξε το κινητό του σαν να άνοιγε παράθυρο σε άλλη πόλη. «Αν είχατε βάλει λίγα χρήματα σε εκείνη την εταιρεία μεταφορών, τώρα θα είχατε κέρδος», είπε με αυτοπεποίθηση. Ο Μανώλης γέλασε πικρά. «Εγώ θέλω να ξέρω αν θα γεμίσουν τα δωμάτια τον Αύγουστο, όχι αν ανέβηκε μια μετοχή». Εγώ προσπάθησα να μεσολαβήσω. «Το χρηματιστήριο είναι κι αυτό αγορά», είπα, «αλλά εδώ ο παλμός είναι οι αφίξεις». Ο Στέλιος σήκωσε τους ώμους. «Όλα συνδέονται. Όταν πάει καλά ο τουρισμός, κινείται το εμπόριο, ανεβαίνουν οι επενδύσεις, πέφτει η ανεργία. Κι όταν κάτι στραβώσει, γυρίζουμε σε κρίση».
Την επόμενη μέρα περπατήσαμε στα σοκάκια. Έβλεπα τουρίστες να αγοράζουν καπέλα, να κλείνουν εκδρομές, να γεμίζουν τα ταμεία. Μια κοπέλα στο διπλανό μαγαζί είπε ότι δεν βρίσκει προσωπικό. «Υπάρχει δουλειά, αλλά πολλοί έφυγαν στην Αθήνα ή στο εξωτερικό», είπε. Ο Μανώλης μου ψιθύρισε: «Αν ανεβάσω πολύ τους μισθούς, ανεβαίνει το κόστος. Αν δεν τους ανεβάσω, δεν βρίσκω ανθρώπους». Ένα δίλημμα που δεν λύνεται με ευχές. Σκέφτηκα πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία: μια κακή σεζόν, ένας νέος φόρος, μια αύξηση στον πληθωρισμό, και το χρέος μπορεί να ξαναγίνει βουνό.
Το τελευταίο βράδυ, καθίσαμε στην παραλία με πλαστικά ποτήρια και αλμύρα στο δέρμα. Ο Μανώλης μου εξομολογήθηκε ότι σκέφτεται να ανοίξει συνεργασία με έναν προμηθευτή από την Ιταλία, για καλύτερες τιμές στο εμπόριο. «Αν βρω σωστή συμφωνία, θα ρίξω το κόστος και θα μείνει κάτι παραπάνω ως κέρδος», είπε. «Αλλά φοβάμαι να δεθώ με άλλο χρέος». Του είπα αυτό που σκεφτόμουν από την πρώτη μέρα: «Η οικονομία δεν είναι μόνο λογαριασμοί. Είναι αποφάσεις, ρίσκο, και η ζωή των ανθρώπων γύρω σου». Κοίταξα τα φώτα από τα πλοία στον ορίζοντα και ένιωσα ότι το νησί ήταν σαν μια μικρή αγορά μέσα στη μεγάλη χώρα: όμορφη, δυνατή, αλλά πάντα εκτεθειμένη στα κύματα.