Τη νύχτα που γύρισα στο σπίτι μετά από μια εξαντλητική βάρδια στο νοσοκομείο, δεν ένιωθα καθόλου ευεξία. Είχα περάσει ώρες στα επείγοντα, ανάμεσα σε φορεία, θορύβους και τη μυρωδιά του αντισηπτικού. Ως ειδικευόμενος στην ιατρική, βλέπω κάθε μέρα πόσο εύκολα μια μικρή αμέλεια γίνεται ασθένεια. Στο λεωφορείο σκεφτόμουν τη λέξη πρόληψη σαν να ήταν προσευχή. Το κινητό μου έγραφε ένα μήνυμα από τη Μαρία: «Έλα ταράτσα, έχω κάτι να σου δείξω. Μην φέρεις καφέ, φέρε όρεξη».
Ανέβηκα στην ταράτσα της πολυκατοικίας στα Πατήσια και την βρήκα με ένα μικρό τραπέζι γεμάτο χρώματα. Ντομάτες, ελιές, ψωμί ολικής, λίγη φέτα, και ένα μπολ με όσπρια που μοσχοβολούσαν δάφνη. «Κάνεις διατροφή τώρα;» τη ρώτησα, προσπαθώντας να αστειευτώ, αλλά η κούραση ακουγόταν στη φωνή μου. Η Μαρία χαμογέλασε. «Όχι δίαιτα. Διατροφή για μακροζωία. Διάβαζα για τελομερή και βιολογική γήρανση. Λένε ότι η Μεσογειακή συνήθεια βοηθάει». Κάθισα και ένιωσα ότι, έστω για λίγα λεπτά, μπορούσα να αναπνεύσω.
«Τελομερή;» είπα και έγειρα πίσω στην καρέκλα. «Στο νοσοκομείο σήμερα είχα έναν ασθενή που ήρθε με υψηλή πίεση και πανικό. Δεν ήταν μόνο η καρδιά του· ήταν η ψυχική υγεία του που κατέρρεε. Του έδωσαν φάρμακο, αλλά ο γιατρός της βάρδιας είπε κάτι που μου έμεινε: “Χωρίς αλλαγές, η θεραπεία είναι μισή”». Η Μαρία άπλωσε ένα χαρτί με σημειώσεις. «Γι’ αυτό σε φώναξα. Θέλω να μου τα πεις απλά. Τι είναι τελομερή και πώς συνδέονται με τη γήρανση;» Της εξήγησα όσο μπορούσα: ότι είναι σαν “καπάκια” στα χρωμοσώματα, ότι ο χρόνος και το στρες τα φθείρουν, και ότι ο ύπνος, η άσκηση και η σωστή διατροφή ίσως τα προστατεύουν.
Τότε εμφανίστηκε ο κύριος Σπύρος, ο γείτονας από τον τρίτο, με ένα μικρό κασελάκι γεμάτο βασιλικό. «Σας άκουσα να λέτε τελομερή. Εγώ δεν ξέρω από αυτά, αλλά ξέρω από συνήθειες», είπε και κάθισε χωρίς να ρωτήσει. «Στα νιάτα μου δούλευα σε φούρνο, άγχος πολύ. Μετά, στα πενήντα, έπαθα μια ασθένεια στο στομάχι. Πήγα σε γιατρό, έκανα εξετάσεις, πήρα φάρμακο, αλλά το σημαντικό ήταν η πρόληψη: έκοψα το πολύ αλάτι, περπατούσα κάθε μέρα, και έμαθα να τρώω πιο ήρεμα». Η Μαρία τον κοίταξε σαν να άκουγε ιστορία. Εγώ θυμήθηκα πόσοι ασθενείς στο νοσοκομείο δεν είχαν καν χρόνο να ακούσουν τον εαυτό τους.
Η κουβέντα ζεστάθηκε, σαν το φως της πόλης που ανέβαινε από κάτω. «Και τι να τρώμε δηλαδή;» ρώτησα, περισσότερο για να την προκαλέσω να πάει βαθύτερα. Η Μαρία σήκωσε το πιρούνι. «Λιγότερα έτοιμα, περισσότερα απλά. Όσπρια, λαχανικά, ελαιόλαδο, ψάρι όταν μπορούμε. Και όχι μόνο για το σώμα· για την ψυχική υγεία επίσης. Όταν τρώω έτσι, νιώθω πιο σταθερή». Ο κύριος Σπύρος ένευσε. «Και νερό, παιδί μου. Και ύπνος. Η ευεξία δεν αγοράζεται». Εγώ ένιωσα ντροπή: πόσες μέρες είχα να φάω κανονικά, χωρίς να κοιτάω οθόνες;
«Ξέρεις τι είναι το πιο δύσκολο;» είπα μετά από λίγο. «Να πείσεις κάποιον ότι η πρόληψη δεν είναι βαρετή. Σήμερα είδα έναν νέο άνθρωπο να φοβάται το νοσοκομείο πιο πολύ κι από την ασθένεια. Έλεγε: “Αν δεν το κοιτάξω, ίσως φύγει”. Αλλά δεν φεύγει έτσι». Η Μαρία με άγγιξε στον ώμο. «Εσύ, που ξέρεις την ιατρική, γιατί δεν εφαρμόζεις αυτά που λες;» Πάγωσα. Είχα συνηθίσει να είμαι αυτός που συμβουλεύει. «Επειδή νιώθω ότι δεν έχω χρόνο», απάντησα, κι ακούστηκε σαν δικαιολογία.
Στο τέλος της βραδιάς αποφασίσαμε κάτι μικρό, αλλά συγκεκριμένο: τρεις φορές την εβδομάδα άσκηση, όχι γυμναστήριο απαραίτητα, απλώς περπάτημα μέχρι το Πεδίον του Άρεως, και ένα κοινό μαγείρεμα κάθε Κυριακή. «Δεν είναι θεραπεία-θαύμα», είπε ο κύριος Σπύρος, «αλλά είναι τρόπος ζωής». Κατεβαίνοντας τις σκάλες, ένιωσα τον θόρυβο της μέρας να σβήνει. Σκέφτηκα πως η μακροζωία δεν είναι υπόσχεση, είναι κατεύθυνση. Και, για πρώτη φορά μετά από καιρό, είχα την αίσθηση ότι η υγεία μου δεν ήταν μόνο υπόθεση του νοσοκομείου, αλλά και δική μου επιλογή.