Το απόγευμα που υπέγραψα το πρώτο μου «σοβαρό» συμβόλαιο, η Αθήνα μύριζε ζεστή άσφαλτο και γιασεμί. Στεκόμουν στο μπαλκόνι του παλιού μου διαμερίσματος στα Πατήσια και κοιτούσα τα καλώδια, τα μπαλκόνια, τις κεραίες, σαν να περίμενα από την πόλη να μου πει τι είναι σωστό. Είχα μπροστά μου ένα κείμενο με μικρά γράμματα: όροι, υποχρεώσεις, προθεσμίες. Σκεφτόμουν ότι το δίκαιο δεν είναι μόνο βιβλία· είναι η καθημερινότητα, το πώς προστατεύεσαι όταν κάτι πάει στραβά. «Ένα χαρτί είναι», μου είχε πει ο Νίκος, φίλος μου από το σχολείο. Κι όμως, ένα χαρτί μπορεί να σε δέσει ή να σε σώσει.
Ο Νίκος ήταν ο εργολάβος που θα ανακαίνιζε το σπίτι της μητέρας μου. Ήρθε με ένα χαμόγελο και ένα ντοσιέ. «Λοιπόν, να το κλείσουμε;» είπε και άνοιξε το συμβόλαιο πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Η μητέρα μου έκανε καφέ και προσπαθούσε να δείχνει ήρεμη, αλλά τα δάχτυλά της έτρεμαν λίγο. Εγώ διάβαζα αργά, γραμμή-γραμμή. «Εδώ γράφει προκαταβολή 60%… και δεν βλέπω σαφή ρήτρα για καθυστέρηση», του είπα. Ο Νίκος σήκωσε τους ώμους. «Σιγά, αυτά είναι τυπικά. Άμα είμαστε φίλοι, δεν χρειάζεται να φοβόμαστε τον νόμο». Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ένα περίεργο βάρος: άλλο η φιλία, άλλο η σύμβαση.
Την επόμενη μέρα πήγα σε μια δικηγόρο που μου σύστησε η συνάδελφός μου. Το γραφείο της, κοντά στο Μοναστηράκι, μύριζε χαρτί και καθαριστικό, και στο ράφι είχε βιβλία για το σύνταγμα και για εμπορικό δίκαιο. Η ίδια, η κυρία Μάνου, με άκουσε χωρίς να με διακόψει. «Στις συμβάσεις», μου είπε, «η δικαιοσύνη δεν είναι συναίσθημα. Είναι σαφήνεια. Το δικαίωμα σου είναι να ξέρεις τι πληρώνεις και τι παίρνεις». Της έδειξα τους όρους. Έσκυψε πάνω από το κείμενο και σημείωσε με μολύβι. «Θέλω προσθήκη: χρονοδιάγραμμα, ποινή για καθυστέρηση, και συγκεκριμένη περιγραφή υλικών. Αλλιώς, αν πάει σε δικαστήριο, θα τσακωνόμαστε για το τι “εννοούσατε”».
Το βράδυ συναντήθηκα με τον Νίκο σε ένα μικρό σουβλατζίδικο. Η τηλεόραση έδειχνε ειδήσεις για μια μεγάλη δίκη, και κάπου άκουσα τις λέξεις κατηγορία και απόφαση, σαν να μου θύμιζε η πραγματικότητα ότι όλα κρίνονται. Του έδωσα τις σημειώσεις της δικηγόρου. «Τι είναι αυτά; Ποινή; Δηλαδή με θεωρείτε ένοχο από πριν;» αγανάκτησε. «Όχι», του είπα, προσπαθώντας να κρατήσω ήρεμη φωνή. «Κανείς δεν είναι ένοχος ή αθώος εδώ. Απλώς, ο νόμος υπάρχει για να μη χρειαστεί να φτάσουμε σε σύγκρουση». Εκείνος έσφιξε το πιρούνι του. «Εγώ δουλεύω τίμια. Δεν θέλω να μου βάζεις θηλιά». Κατάλαβα ότι φοβόταν πως τον αμφισβητώ, αλλά εγώ φοβόμουν κάτι άλλο: την ασάφεια.
Μια εβδομάδα μετά, ξεκίνησαν τα έργα. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά: σκόνη, κουβάδες, πλακάκια, η μητέρα μου να κουβαλάει σακούλες με πράγματα για να αδειάσουν τα δωμάτια. Μετά όμως άρχισαν οι καθυστερήσεις. «Θα έρθουν τα υλικά αύριο», έλεγε ο Νίκος. Το “αύριο” γινόταν “μεθαύριο”. Στο μεταξύ, το σπίτι ήταν μισό σπασμένο και μισό κατοικήσιμο. Ένα βράδυ, όταν άκουσα τη μητέρα μου να λέει στο τηλέφωνο «δεν αντέχω άλλο», ένιωσα θυμό και τύψεις μαζί. Πήρα τον Νίκο και του μίλησα πιο σκληρά. «Η σύμβαση λέει προθεσμίες. Αν δεν τηρηθούν, υπάρχει ποινή». Σιώπησε. «Θα με πας σε δικαστήριο;» ρώτησε. «Θέλω να το λύσουμε πριν γίνει δίκη», του απάντησα.
Ξαναπήγα στην κυρία Μάνου. Μου εξήγησε ότι, αν δεν βρούμε λύση, μπορώ να στείλω εξώδικο και, αν χρειαστεί, να ζητήσω αποζημίωση. «Αλλά να θυμάσαι», είπε, «η δικαιοσύνη δεν είναι εκδίκηση. Είναι ισορροπία. Και στο δικαστήριο δεν κερδίζεις πάντα αυτό που νιώθεις ότι αξίζεις. Κερδίζεις αυτό που αποδεικνύεις». Μου μίλησε και για το πώς το σύνταγμα προστατεύει το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, αλλά και για το ότι οι υποχρεώσεις πρέπει να είναι καθαρές. Βγήκα στο δρόμο και ένιωθα τον αέρα πιο κρύο. Σκεφτόμουν πως, αν καταλήξουμε σε δικαστήριο, η φιλία μας θα τελειώσει οριστικά.
Τελικά, κάναμε μια τελευταία συνάντηση οι τρεις μας: εγώ, ο Νίκος, και η δικηγόρος. Στο ίδιο μπαλκόνι όπου είχα σταθεί την πρώτη μέρα, τώρα ακουγόταν από μέσα το τρυπάνι σαν υπενθύμιση ότι ο χρόνος τρέχει. Η κυρία Μάνου μίλησε ήρεμα: «Δεν σας κάνουμε κατηγορία. Ζητάμε τροποποίηση στη σύμβαση για να είναι δίκαιη». Ο Νίκος κοίταξε κάτω, μετά εμένα. «Εντάξει», είπε. «Θα βάλουμε χρονοδιάγραμμα. Και αν καθυστερήσω χωρίς λόγο, θα πληρώσω την ποινή. Αλλά θέλω κι εγώ μια προστασία: αν αλλάξετε γνώμη για τα υλικά, να συμφωνούμε γραπτώς». Συμφώνησα αμέσως. Όταν υπογράψαμε, δεν ένιωσα θρίαμβο· ένιωσα ανακούφιση. Σαν να βρήκαμε μια μικρή, πρακτική δικαιοσύνη χωρίς να χρειαστεί απόφαση δικαστηρίου.
Τους επόμενους μήνες, το σπίτι της μητέρας μου ολοκληρώθηκε. Κάθε φορά που έβλεπα το καινούριο πάτωμα να γυαλίζει στο φως, θυμόμουν ότι το δίκαιο δεν είναι κάτι μακρινό. Είναι ο νόμος που σε κρατάει όρθιο όταν οι σχέσεις δοκιμάζονται, η σύμβαση που βάζει όρια χωρίς να σβήνει τον σεβασμό. Ο Νίκος δεν έγινε λιγότερο φίλος μου. Ίσα-ίσα, όταν με αποχαιρέτησε, είπε χαμηλόφωνα: «Τελικά, καλά που το κάναμε σωστά. Για να μη χρειαστεί ποτέ να αποδείξω σε δικαστήριο ότι είμαι αθώος». Χαμογέλασα. Δεν υπήρχε ένοχος εδώ, σκέφτηκα. Μόνο άνθρωποι που έμαθαν να γράφουν καθαρά αυτό που υπόσχονται.