Όταν έφτασα στην Ικαρία για ρεπορτάζ, είχα στο σακίδιό μου ένα μικρό τετράδιο και έναν πόνο που δεν ήθελα να παραδεχτώ. Στην Αθήνα, η δουλειά και το άγχος μού είχαν κάνει τη διατροφή ένα χάος: καφέδες, κάτι πρόχειρο στο δρόμο, λίγος ύπνος. Στο λιμάνι μύριζε θυμάρι και θαλασσινό αλάτι, και οι άνθρωποι περπατούσαν αργά, σαν να είχαν χρόνο. Η σκέψη της μακροζωίας που άκουγα χρόνια σε άρθρα για «μπλε ζώνες» ξαφνικά έγινε προσωπική υπόθεση.
Η θεία μου η Ελένη, που ζει εκεί μόνιμα, με περίμενε με ένα παλιό αμάξι και ένα βλέμμα που διάβαζε μέσα μου. «Σωτήρη, έχεις χλωμιάσει. Υγεία πρώτα. Τι σε τρώει;» με ρώτησε. «Δεν είναι τίποτα», είπα, αλλά έπιασα ασυναίσθητα το στομάχι μου. Στο σπίτι της είχε ένα τραπέζι γεμάτο φακές, σαλάτα, ελιές και ψωμί. «Αυτή είναι η θεραπεία μας εδώ: απλή διατροφή, άσκηση με το περπάτημα και λίγη ησυχία στο κεφάλι», πρόσθεσε, σαν να μιλούσε και για ψυχική υγεία, όχι μόνο για φαγητό.
Το ίδιο βράδυ γνώρισα τον Μανώλη, γείτονα και παλιό ναυτικό, που έλεγε ότι έχει περάσει τα ενενήντα χωρίς να το πολυσκεφτεί. Καθίσαμε στο καφενείο και μου έδειξε τα χέρια του, γεμάτα ρυτίδες από τη θάλασσα. «Η γήρανση είναι σαν τον καιρό», είπε. «Αν την φοβάσαι, σε κυνηγάει. Αν την σέβεσαι, σε αφήνει να ζήσεις». Γέλασε και πρόσθεσε: «Δεν λέω ότι δεν αρρωσταίνουμε. Κι εγώ είχα μια ασθένεια πριν χρόνια. Αλλά πρόληψη, παρέα και σωστό φαΐ κάνουν θαύματα». Κρατούσα σημειώσεις, αλλά περισσότερο άκουγα τον ρυθμό της φωνής του.
Την επόμενη μέρα, μετά από μια ανηφόρα που με άφησε λαχανιασμένο, ο πόνος στο στομάχι γύρισε πεισματικά. Η θεία Ελένη δεν το πήρε αψήφιστα. «Πάμε στον γιατρό. Δεν παίζουμε», είπε. Στο μικρό νοσοκομείο του νησιού οι διάδρομοι ήταν ήσυχοι, και μια νοσηλεύτρια μιλούσε χαμηλόφωνα σε έναν ασθενή, σαν να τον ήξερε χρόνια. Ο γιατρός, ο κύριος Παπαδάκης, με άκουσε προσεκτικά. «Η ιατρική δεν είναι μόνο εξετάσεις και φάρμακο», μου είπε. «Είναι και να αλλάξεις συνήθειες. Αν έχεις στρες, το σώμα το μεταφράζει». Μου έγραψε μια ήπια θεραπεία και μου μίλησε για ενυδάτωση, ύπνο και σταθερά γεύματα.
Βγήκα έξω και ένιωσα μια ντροπή, αλλά και ανακούφιση. Πάντα νόμιζα ότι η ευεξία είναι πολυτέλεια για άλλους. Η Ελένη με χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Θα κάνουμε ένα σχέδιο», είπε. «Πρωί περπάτημα ως το εκκλησάκι, μεσημέρι όσπρια ή ψάρι, βράδυ κάτι ελαφρύ. Και κόψε το κινητό πριν κοιμηθείς». Το βράδυ, στο μπαλκόνι, άκουγα τζιτζίκια και σκεφτόμουν πόσο εύκολα αφήνεις την ψυχική υγεία να χαλάσει όταν κυνηγάς προθεσμίες. Έγραψα στο τετράδιο: «Πρόληψη σημαίνει να προσέχεις πριν σε αναγκάσει η ασθένεια».
Τις τελευταίες μέρες άρχισα να παρατηρώ λεπτομέρειες που στην πόλη μου διέφευγαν: οι ηλικιωμένοι μοιράζονταν το φαγητό, οι νεότεροι βοηθούσαν χωρίς να το κάνουν θέμα, και η άσκηση ήταν μέρος της ζωής, όχι “πρόγραμμα”. Σε ένα πανηγύρι, ο Μανώλης μου είπε: «Η μακροζωία δεν είναι μυστικό. Είναι καθημερινότητα». Του απάντησα: «Ναι, αλλά στην Αθήνα όλα τρέχουν». Κούνησε το κεφάλι. «Τότε εσύ μάθε να μην τρέχεις με όλα. Η γήρανση θα έρθει έτσι κι αλλιώς. Το θέμα είναι πώς θα τη συναντήσεις». Όταν έφυγα, πήρα μαζί μου το τετράδιο γεμάτο λέξεις, αλλά και κάτι πιο δύσκολο: την απόφαση να κάνω τη ζωή μου πιο ανθρώπινη.