Στο τέλος της βραδινής βάρδιας μου στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», η Αθήνα έμοιαζε πιο βαριά από ποτέ. Τα φώτα των λεωφόρων τρεμόπαιζαν σαν να κουράστηκαν κι αυτά, κι εγώ κρατούσα τον καφέ μου χωρίς να τον πίνω. Η υγεία μου ήταν καλή, τουλάχιστον έτσι έλεγα στον εαυτό μου, αλλά η ψυχική υγεία μου είχε αρχίσει να κάνει θόρυβο μέσα στο κεφάλι μου. Δούλευα στη διοικητική υποστήριξη, μα έβλεπα καθημερινά τι σημαίνει ασθένεια και πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στον ασθενή και στον «κανονικό» άνθρωπο. Σκεφτόμουν τη γήρανση, όχι μόνο του σώματος, αλλά και της ελπίδας, όταν αφήνεις τις μέρες να περνούν χωρίς ανάσα.
Εκείνο το πρωί, ο γιατρός της κλινικής, ο κύριος Μανώλης, με σταμάτησε στο διάδρομο. «Έχεις ένα βλέμμα σαν να κουβαλάς δύο σακίδια», μου είπε. Του χαμογέλασα από ευγένεια. «Είναι απλώς κούραση», απάντησα. «Η ιατρική δεν είναι μόνο φάρμακο και θεραπεία», συνέχισε ήρεμα. «Είναι και πρόληψη. Αν δεν φροντίσεις τον ύπνο σου και τη διατροφή σου, θα σε φροντίσει αργότερα το νοσοκομείο, αλλά με άλλους όρους». Τα λόγια του με τσίμπησαν. Δεν ήθελα να γίνω ασθενής από επιλογή, ούτε να περιμένω να με σώσει μια συνταγή.
Γύρισα σπίτι στου Γκύζη και βρήκα τη γειτόνισσά μου, τη Στέλλα, να ποτίζει τα φυτά στο μπαλκόνι. «Πώς πήγε;» ρώτησε. Της είπα μισή αλήθεια: «Πολλή δουλειά». Εκείνη γέλασε σαν να με έβλεπε διάφανη. «Έλα το απόγευμα μαζί μου για περπάτημα στον Λυκαβηττό. Λίγη άσκηση κάνει θαύματα στην ευεξία. Και μετά θα φτιάξουμε κάτι απλό, όχι σουβλάκι πάλι». Την κοίταξα διστακτικά. Εγώ, που ζούσα με σνακ και βιαστικά γεύματα, ένιωσα να με προκαλεί με τον πιο φιλικό τρόπο. «Δεν έχω ενέργεια», είπα. «Η ενέργεια δεν έρχεται πριν ξεκινήσεις», απάντησε.
Το απόγευμα, ανέβαινα τα σκαλιά του λόφου με μια ανάσα που έκοβε, αλλά ο αέρας μύριζε πεύκο και κάτι μέσα μου χαλάρωνε. Η Στέλλα περπατούσε δίπλα μου, χωρίς να βιάζεται. «Ξέρεις», μου είπε, «ο πατέρας μου έπαθε μια σοβαρή ασθένεια πριν δύο χρόνια. Ο γιατρός του άλλαξε το πρόγραμμα: λιγότερο αλάτι, πιο σταθερή διατροφή, περισσότερη άσκηση. Δεν ήταν μαγεία, ήταν ρουτίνα». Στάθηκα να πιω νερό. «Και;» ρώτησα. «Έμαθε να ζει αλλιώς. Δεν μιλάω για τέλεια ζωή, αλλά για μακροζωία με αξιοπρέπεια. Η γήρανση θα έρθει, όμως μπορείς να της βάλεις ρυθμό». Καθώς κοιτούσα την πόλη από ψηλά, μου φάνηκε πως επιτέλους άκουγα κάτι καθαρό.
Στο σπίτι της, άπλωσε στο τραπέζι ντομάτες, φέτα, ελιές, όσπρια που είχε βράσει από πριν, και λίγο ελαιόλαδο. «Αυτό δεν είναι δίαιτα, είναι διατροφή που σε κρατάει όρθιο», είπε. Μου εξήγησε ότι δεν χρειάζεται να κόψω τα πάντα, αλλά να μάθω να τρώω με πρόγραμμα, να βάζω λαχανικά, να πίνω νερό, και να αφήνω χώρο για ξεκούραση. «Κι αν αγχωθώ πάλι;» ρώτησα. «Τότε μιλάς. Η ψυχική υγεία δεν είναι ντροπή», απάντησε. Την άκουγα και ένιωθα πως η κουζίνα της ήταν ένα μικρό καταφύγιο, πιο αποτελεσματικό από πολλά “έκτακτα” φάρμακα που βλέπω να ζητούν οι άνθρωποι πανικόβλητοι.
Την επόμενη εβδομάδα, στη δουλειά, συνάντησα έναν ηλικιωμένο ασθενή που περίμενε έξω από τα ιατρεία. Κρατούσε έναν φάκελο και ιδρωμένα χέρια. «Φοβάμαι τα αποτελέσματα», μου είπε χαμηλόφωνα. Κάθισα δίπλα του. «Κι εγώ φοβάμαι μερικές φορές», παραδέχτηκα. «Αλλά υπάρχει θεραπεία και υπάρχει και πρόληψη. Δεν είστε μόνος». Όταν βγήκε ο γιατρός και τον φώναξε, ο κύριος Μανώλης με κοίταξε σαν να κατάλαβε κάτι. Αργότερα, μου είπε: «Δεν αλλάζουμε ζωή σε μία μέρα. Αλλά κάθε μέρα που βάζεις λίγο περπάτημα, καλύτερη διατροφή και λίγη ηρεμία, είναι μια μικρή νίκη της ιατρικής πριν χρειαστεί το νοσοκομείο». Γύρισα στο γραφείο μου με ένα σημειωματάριο. Έγραψα: υγεία δεν είναι μόνο να μην πονάς· είναι να μαθαίνεις να ζεις.