Έφτασα στην Ικαρία αρχές Σεπτέμβρη, με ένα μικρό σακίδιο και ένα μεγαλύτερο βάρος στο κεφάλι μου: τις εξετάσεις αίματος που δεν μου άρεσαν καθόλου. Στην Αθήνα ο γιατρός μου είχε μιλήσει για πρόληψη, για το πώς μια ασθένεια δεν φαίνεται πάντα όταν αρχίζει, και μου πρότεινε να αλλάξω διατροφή και να βάλω λίγη άσκηση στη ζωή μου. «Θέλω να ξεκουραστείς, αλλά όχι να κρυφτείς», μου είπε. Έτσι βρέθηκα εδώ, σε ένα νησί που όλοι λένε ότι έχει μακροζωία, σαν να είναι κάτι που το αναπνέεις μαζί με τον αέρα.
Το πρώτο βράδυ, σε ένα καφενείο με τραπεζάκια έξω, γνώρισα τον Στέλιο, σαρανταπεντάρη νοσηλευτή στο τοπικό νοσοκομείο. Μιλούσε γρήγορα, σαν να τον κυνηγούσε η μέρα. «Μη νομίζεις ότι είναι μαγεία», μου είπε όταν άκουσε γιατί ήρθα. «Εδώ έχουμε ιατρική, έχουμε φάρμακο όταν χρειάζεται, και θεραπεία για τους ασθενείς όπως παντού. Αλλά ο κόσμος ζει αλλιώς». Τον ρώτησα τι σημαίνει “αλλιώς”. Γέλασε και έδειξε το πιάτο μου: φασολάδα, χόρτα, λίγο ψωμί, και δίπλα λεμόνι. «Αυτό. Και το ότι δεν τρως βιαστικά, ούτε θυμώνεις κάθε τρεις και λίγο».
Την επόμενη μέρα πήγα μαζί του στο νοσοκομείο, όχι σαν ασθενής, αλλά σαν επισκέπτης που θέλει να καταλάβει. Στον διάδρομο μύριζε καθαριότητα και καφές. Μια ηλικιωμένη κυρία περίμενε ήρεμα, με μια τσάντα πλεκτή. «Πονάω λίγο στο γόνατο, αλλά δεν θα αφήσω το πανηγύρι», είπε. Ο Στέλιος της μέτρησε πίεση και της μίλησε για γήρανση σαν κάτι φυσικό, όχι σαν εχθρό. Μετά με πήγε στην αίθουσα ενός γιατρού, της κυρίας Μαρία. Εκείνη κοίταξε τις εξετάσεις μου, σοβαρή αλλά όχι ψυχρή. «Δεν είσαι άρρωστος», είπε, «αλλά είσαι στο όριο. Αν αγνοήσεις τα σημάδια, μια μικρή αλλαγή μπορεί να γίνει χρόνια ασθένεια».
Η Μαρία με ρώτησε για την ψυχική υγεία μου, και εκεί κόλλησα. Στην Αθήνα νόμιζα ότι το στρες είναι απλώς “κανονικό”. Εδώ, όμως, ένιωσα ντροπή που δεν κοιμόμουν καλά, που έτρωγα στο πόδι, που η δουλειά μου έπαιρνε όλο τον χώρο στο μυαλό μου. «Η ευεξία δεν είναι πολυτέλεια», είπε. «Είναι μέρος της θεραπείας πριν χρειαστείς θεραπεία». Μου έγραψε ένα ήπιο φάρμακο μόνο για λίγες μέρες—«όχι για να κρυφτείς, αλλά για να σταθείς όρθιος»—και μου έδωσε ένα σχέδιο: περπάτημα κάθε απόγευμα, νερό, λιγότερο αλάτι, περισσότερα όσπρια και ψάρια, και σταθερές ώρες ύπνου.
Το ίδιο απόγευμα, περπάτησα ως ένα χωριό πάνω από τη θάλασσα. Ο δρόμος ήταν στενός, με πεύκα και θυμάρι, και ο ήλιος έπεφτε αργά, σαν να είχε κι αυτός χρόνο. Σε μια αυλή, μια γιαγιά, η κυρία Ευγενία, έκοβε ντομάτες και μου φώναξε να καθίσω. «Μην κάνεις τον ήρωα», μου είπε μόλις της είπα για τις εξετάσεις. «Η υγεία θέλει φροντίδα». Μου έβαλε μπροστά ένα πιάτο με λαχανικά, ελαιόλαδο και τυρί. «Η διατροφή μας είναι απλή, αλλά τη σεβόμαστε. Κι άσκηση κάνουμε χωρίς να το λέμε: κήπος, σκάλες, περπάτημα. Πρόληψη είναι να ζεις με μέτρο, όχι να τρέχεις τελευταία στιγμή στο νοσοκομείο».
Τις μέρες που ακολούθησαν, άρχισα να βλέπω το “μυστικό” σαν καθημερινή επιλογή. Ο Στέλιος με έπαιρνε καμιά φορά μαζί του μετά τη βάρδια, και μιλούσαμε για τους ασθενείς: άλλοι είχαν ανάγκη από θεραπεία, άλλοι απλώς από κάποιον να τους ακούσει. «Η ιατρική δεν είναι μόνο μηχανές», έλεγε. «Είναι σχέσεις. Αν ο ασθενής φοβάται, το σώμα σφίγγεται». Κι εγώ, που νόμιζα ότι είμαι νέος και άτρωτος, ένιωθα πόσο εύκολα η ένταση γίνεται συνήθεια.
Ένα βράδυ, στο πανηγύρι, η Μαρία με είδε να χορεύω αδέξια και ήρθε κοντά. «Πώς πάει το σχέδιο;» ρώτησε. «Περπατάω κάθε μέρα», της είπα, «και τρώω πιο απλά. Αλλά το πιο δύσκολο είναι να μη σκέφτομαι συνέχεια τη δουλειά». Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Αυτό είναι το κομμάτι της ψυχικής υγείας που αγνοούμε. Αν το φροντίσεις, βοηθάς και το σώμα: την πίεση, τον ύπνο, ακόμα και τη γήρανση». Κοίταξα γύρω μου τους ηλικιωμένους που γελούσαν δυνατά, χωρίς να μετράνε τα χρόνια τους. Και κατάλαβα ότι η μακροζωία δεν είναι υπόσχεση· είναι μια σειρά από μικρές αποφάσεις που τις παίρνεις κάθε μέρα, σχεδόν χωρίς να το καταλαβαίνεις.