Ήρθα στο μικρό νησί ένα απόγευμα με δυνατό αέρα και εκείνη τη γλυκιά αλμύρα που σε κάνει να πιστεύεις πως η φύση μπορεί να σε θεραπεύσει. Όμως, πριν καλά-καλά αφήσω τη βαλίτσα στο δωμάτιο, είδα στο λιμάνι μια λεπτή λωρίδα από πλαστικά να γυαλίζει πάνω στο νερό. «Πάλι ρύπανση…» σκέφτηκα και ένιωσα μια μικρή ντροπή, σαν να έφταιγα κι εγώ. Η Μαρία, παλιά μου φίλη και μέλος μιας ομάδας προστασίας της θάλασσας, με περίμενε έξω από το καφενείο. «Αν θες να δεις το νησί αληθινά, έλα μαζί μας απόψε», μου είπε. «Δεν είναι βόλτα· είναι περιπολία».
Περπατήσαμε προς το κέντρο ενημέρωσης, ένα χαμηλό κτίριο δίπλα σε έναν μικρό υγρότοπο. Εκεί γνώρισα τον Νίκο, βιολόγο που μιλούσε απλά, χωρίς να κάνει επίδειξη. «Το οικοσύστημα εδώ είναι ευαίσθητο», μου εξήγησε, δείχνοντας τις καλαμιές. «Με την αλλαγή του κλίμα, τα ψάρια αλλάζουν διαδρομές, και οι καταιγίδες φέρνουν σκουπίδια από παντού». Στον τοίχο υπήρχε χάρτης με σημεία όπου μαζεύουν απορρίμματα και σημειώσεις για ανακύκλωση και διαχείριση. Η λέξη βιωσιμότητα ήταν γραμμένη με μαρκαδόρο, σαν υπενθύμιση που δεν χωράει αναβολή.
Το βράδυ ανεβήκαμε σε μια μικρή βάρκα. Το φεγγάρι άφηνε μια ασημένια γραμμή, αλλά η θάλασσα δεν έμοιαζε ρομαντική· έμοιαζε κουρασμένη. Η Μαρία έδειξε με τον φακό κάτι που επιπλέει. «Βλέπεις; Δίχτυ εγκαταλελειμμένο. Αν μπλέξει μια χελώνα, τελείωσε». Ο Νίκος έσκυψε προσεκτικά. «Θα το τραβήξουμε σιγά. Η προστασία δεν είναι ηρωισμός, είναι υπομονή». Εγώ κρατούσα το σκοινί και ένιωθα την ενέργεια να φεύγει από τα χέρια μου, όχι από κούραση, αλλά από θυμό για το πόσο εύκολα αφήνουμε τα πράγματα να χαλάνε.
Καθώς προχωρούσαμε, ο Νίκος άρχισε να μιλά για τις λύσεις που παλεύουν να εφαρμοστούν. «Το νησί θέλει να γίνει πιο ανανεώσιμος σε ενέργεια. Να βάλει ηλιακά σε δημόσια κτίρια, να μειώσει το ντίζελ. Αλλά οι αντιδράσεις είναι πολλές». «Κλασικά», είπε η Μαρία. «Όλοι αγαπάνε το περιβάλλον μέχρι να τους χαλάσεις τη θέα ή να τους ζητήσεις να αλλάξουν συνήθειες». Τους άκουγα και σκεφτόμουν τη δική μου άνεση στην πόλη: πόσο εύκολα πετάω κάτι “για λίγο” και μετά ξεχνάω να το πάω για ανακύκλωση.
Αργότερα δέσαμε σε έναν μικρό όρμο. Η άμμος ήταν γεμάτη μικρά κομμάτια πλαστικού, σαν χρωματιστά ψίχουλα που κανείς δεν ζήτησε. «Εδώ είναι το δύσκολο σημείο», είπε η Μαρία. «Ο τουρισμός φέρνει ζωή, αλλά και σκουπίδια. Χωρίς σωστή διαχείριση, όλα γυρίζουν πίσω στη θάλασσα». Μου έδωσε γάντια και μια σακούλα. Δίπλα μας, ένας νεαρός εθελοντής, ο Στέλιος, μάζευε σιωπηλά. «Δεν κουράζεσαι;» τον ρώτησα. Σήκωσε τους ώμους. «Κουράζομαι, αλλά πιο πολύ κουράζομαι να βλέπω την αλλαγή προς το χειρότερο».
Όταν τελειώσαμε, καθίσαμε για λίγο σε έναν βράχο. Η Μαρία άνοιξε ένα μικρό θερμός με τσάι. «Ξέρεις τι με πονάει;» μου είπε χαμηλά. «Ότι μιλάμε για κλίμα, για στόχους και νούμερα, αλλά εδώ είναι οι μέρες μας. Αυτός ο κόλπος είναι η παιδική μου ηλικία». Ο Νίκος την κοίταξε ήρεμα. «Και γι’ αυτό επιμένουμε. Αν το προστατέψουμε, προστατεύουμε και τον εαυτό μας». Ένιωσα κάτι να ξεκαθαρίζει μέσα μου: το περιβάλλον δεν είναι αφηρημένη ιδέα, είναι οι επιλογές που κάνουμε όταν κανείς δεν μας βλέπει.
Την επόμενη μέρα, πήγα μόνος μου στο δημαρχείο για μια ανοιχτή συζήτηση. Δεν ήμουν ειδικός, αλλά είχα πια εικόνες στο μυαλό μου. Μίλησα για την ανάγκη να μειωθεί η ρύπανση, να οργανωθεί καλύτερα η ανακύκλωση, να στηριχτούν οι ανανεώσιμος πηγές ενέργειας και να εκπαιδευτούν οι επισκέπτες. Κάποιος γκρίνιαξε για κόστος. Κι εγώ απάντησα, πιο σταθερά απ’ όσο περίμενα: «Το κόστος το πληρώνουμε ήδη, απλώς το λέμε αλλιώς». Βγαίνοντας, είδα τη Μαρία να χαμογελά. Δεν είχα σώσει τη θάλασσα, αλλά είχα πάψει να κάνω πως δεν είναι δική μου υπόθεση.