Εκείνο το απόγευμα, πήρα το λεωφορείο για το κέντρο της Αθήνας με έναν κόμπο στο στομάχι. Δεν πήγαινα απλώς βόλτα· είχα κανονίσει να παρακολουθήσω μια συνεδρίαση στο κοινοβούλιο από τα θεωρεία, γιατί η φίλη μου η Ιωάννα έκανε πρακτική σε γραφείο ενός υπουργός και μας είχε βγάλει άδεια. Από έξω, το κτίριο έμοιαζε ήρεμο, αλλά μέσα του ένιωθα ότι χτυπούσε ο παλμός της δημοκρατία: άνθρωποι που μιλούσαν γρήγορα, φάκελοι, δημοσιογράφοι, και μια περίεργη ένταση, σαν να περίμεναν όλοι μια σπίθα.
Στο διάδρομο, ο Μανώλης, ο ξάδελφός μου, μου ψιθύρισε: «Μην νομίζεις ότι είναι θέατρο. Σήμερα θα γίνει δύσκολη συζήτηση για έναν νέο νόμος». Ο ίδιος δεν ανήκε σε κανένα κόμμα, αλλά ήταν από εκείνους τους πολίτης που διαβάζουν, ρωτούν και δεν αφήνουν εύκολα τίποτα να περάσει. «Αν περάσει όπως είναι, θα επηρεάσει τη δημόσια πολιτική για χρόνια», είπε, και με κοίταξε σαν να περίμενε να διαλέξω πλευρά. Ένιωσα παράξενα: αγαπούσα την πολιτική ως ιδέα, αλλά φοβόμουν την καθημερινή της φασαρία.
Καθίσαμε ψηλά, βλέποντας τα έδρανα σαν μικρά τετράγωνα σε σκακιέρα. Η Ιωάννα έδειχνε κουρασμένη, με τα μαλλιά πιασμένα πρόχειρα. «Ο πρωθυπουργός θα μιλήσει πρώτος», μου είπε. «Και μετά θα απαντήσει ο αρχηγός της αντιπολίτευσης. Έχουν προετοιμαστεί μέρες». Την ώρα που άνοιξαν τα μικρόφωνα, κατάλαβα πόσο διαφορετικό είναι να διαβάζεις ειδήσεις και πόσο να ακούς τις φωνές ζωντανά. Οι λέξεις “δικαίωμα” και “συνταγματικός” δεν ήταν απλώς όροι· έμοιαζαν με πέτρες που τις πετούσαν προσεκτικά, για να χτίσουν ή να γκρεμίσουν επιχειρήματα.
Ο πρωθυπουργός μίλησε για σταθερότητα και για εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Ένας υπουργός σηκώθηκε μετά και εξήγησε πώς η κυβέρνηση θέλει να διορθώσει κενά, να βάλει κανόνες, να κάνει «το σύστημα πιο καθαρό». Από τα πίσω έδρανα ακούστηκαν διακοπές. Ένας βουλευτής φώναξε: «Δεν είναι διαβούλευση αυτό, είναι βιασύνη!» Η Ιωάννα έσκυψε προς το μέρος μου. «Βλέπεις; Εδώ η δημοκρατία δεν είναι ήσυχη. Είναι σύγκρουση, αλλά πρέπει να έχει όρια». Αναρωτήθηκα αν οι άνθρωποι που μας βλέπουν από την τηλεόραση νιώθουν κι αυτοί αυτή τη ζέστη του χώρου, το βάρος των λέξεων.
Στο διάλειμμα, κατεβήκαμε για έναν καφέ στο κυλικείο. Δίπλα μας, δύο συνεργάτες μιλούσαν χαμηλόφωνα για τις εκλογές που έρχονταν και για το πώς μια λάθος φράση μπορεί να αλλάξει την ψήφος ενός αναποφάσιστου. Ο Μανώλης γύρισε σε μένα: «Νομίζεις ότι η ψηφοφορία είναι μόνο την Κυριακή της κάλπης; Εδώ γίνεται κάθε μέρα, σε επιτροπές, σε συναντήσεις, σε τηλεφωνήματα». Η Ιωάννα πρόσθεσε: «Και όμως, ο πολίτης έχει δικαίωμα να πιέζει. Με επιστολές, με ερωτήσεις, με παρουσία. Αλλιώς, το κοινοβούλιο κλείνεται στον εαυτό του». Τότε ένιωσα μια μικρή ντροπή για τις φορές που είχα πει “όλοι ίδιοι είναι” και είχα αλλάξει κανάλι.
Όταν ξαναμπήκαμε, η συζήτηση είχε αγριέψει. Η αντιπολίτευση κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι αλλάζει κανόνες χωρίς αρκετή διαφάνεια, ενώ οι κυβερνητικοί απαντούσαν ότι η χώρα χρειάζεται αποφάσεις. Δεν μπορούσα να κρίνω ποιος είχε απόλυτο δίκιο, αλλά καταλάβαινα το παιχνίδι: κάθε κόμμα προσπαθούσε να πείσει, να δείξει ότι προστατεύει το δικαίωμα και το δημόσιο συμφέρον. Σε μια στιγμή, ένας παλιός βουλευτής μίλησε ήρεμα και είπε: «Αν δεν σεβαστούμε το συνταγματικός πλαίσιο, ό,τι ψηφίσουμε θα επιστρέψει σαν μπούμερανγκ». Η αίθουσα σώπασε για λίγα δευτερόλεπτα, και αυτά τα δευτερόλεπτα μου φάνηκαν πιο δυνατά από όλες τις φωνές.
Αργά το βράδυ, βγήκαμε έξω. Η πλατεία ήταν φωτισμένη, και ο αέρας μύριζε υγρασία και καυσαέριο. Η Ιωάννα τέντωσε την πλάτη της. «Δεν είναι ρομαντικό, αλλά είναι σημαντικό», είπε. Ο Μανώλης γέλασε πικρά: «Σημαντικό είναι να μην ξεχνάμε ότι όλα αυτά γίνονται για τον πολίτης, όχι για τα χειροκροτήματα». Περπατώντας προς το μετρό, σκεφτόμουν ότι η πολιτική δεν είναι μόνο θυμός ή υποσχέσεις. Είναι διαδικασία, κανόνες, νόμος, αλλά και άνθρωποι που κουβαλούν φόβους και φιλοδοξίες. Και κάπου ανάμεσα, η δική μου ψήφος—όταν έρθει η ώρα των εκλογές—θα έχει λίγο περισσότερο βάρος, γιατί θα θυμάμαι τη ζεστή αίθουσα, τις παύσεις, και εκείνη τη σιωπή που έμοιαζε με υπόσχεση.