Πριν από δύο χρόνια, αποφάσισα να υλοποιήσω το όνειρό μου και να ανοίξω το δικό μου καφετέριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η ιδέα μου ήταν να δημιουργήσω έναν χώρο που να συνδυάζει την παραδοσιακή ελληνική φιλοξενία με τη σύγχρονη καφετέρια κουλτούρα. Ωστόσο, η διαδικασία αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη από ό,τι είχα φανταστεί.
Πρώτα απ' όλα, έπρεπε να βρω την κατάλληλη τοποθεσία. Μετά από μήνες αναζήτησης, βρήκα έναν μικρό χώρο σε έναν πεζόδρομο κοντά στο πανεπιστήμιο. Η περιοχή ήταν γεμάτη νέους ανθρώπους, φοιτητές και επαγγελματίες, ακριβώς το κοινό που ήθελα να προσελκύσω. Η εύρεση του χώρου όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Θυμάμαι να μιλώ με έναν φίλο, τον Δημήτρη, ο οποίος μου είπε: «Ξέρεις, η Θεσσαλονίκη είναι γεμάτη ευκαιρίες, αλλά πρέπει να έχεις υπομονή». Πράγματι, έπρεπε να περιμένω και να συγκρίνω πολλές επιλογές, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος και την προσβασιμότητα.
Αφού βρήκα τον κατάλληλο χώρο, η επόμενη πρόκληση ήταν η γραφειοκρατία. Χρειάστηκαν μήνες για να ολοκληρώσω τις διαδικασίες για την άδεια λειτουργίας, την άδεια υγείας και τις φοροτεχνικές υπηρεσίες. Κάθε επίσκεψη στις υπηρεσίες ήταν μια πρόκληση. Θυμάμαι να μιλώ με έναν υπάλληλο που μου είπε: «Πρέπει να προσκομίσετε δύο ακόμη έγγραφα για την άδεια». Ευτυχώς, είχα τη βοήθεια ενός λογιστή, του κύριου Νίκου, ο οποίος με καθοδήγησε σε όλη τη διαδικασία. Μου εξήγησε κάθε βήμα και με βοήθησε να κατανοήσω τις απαιτήσεις του ελληνικού συστήματος, κάτι που θα ήταν δύσκολο να χειριστώ μόνος μου.
Όταν τελικά άνοιξα το καφετέριό μου, ήρθαν οι πρώτοι πελάτες, κυρίως φοιτητές που αναζητούσαν έναν χώρο για να διαβάσουν και να χαλαρώσουν. Οι πρώτες μέρες ήταν γεμάτες ενθουσιασμό και άγχος. Με έκπληξη διαπίστωσα πόσο σημαντικό ήταν να γνωρίζω προσωπικά τους πελάτες μου. Ο Γιώργος, ένας φοιτητής, μου είπε: «Το καφέ σου έχει κάτι μοναδικό, είναι σαν το δεύτερο σπίτι μας». Αυτές οι στιγμές μου θύμισαν γιατί ήθελα να ξεκινήσω αυτήν την επιχείρηση από την αρχή. Κάθε χαμόγελο και κάθε ευχαριστήρια λέξη από τους πελάτες μου έκανε την προσπάθεια να αξίζει τον κόπο.