Έφτασα στην Ικαρία καταχείμωνο, με μια βαλίτσα γεμάτη ρούχα και ένα κεφάλι γεμάτο σκέψεις. Τον τελευταίο χρόνο η δουλειά στην Αθήνα με είχε φθείρει: αϋπνία, νεύρα, λίγη άσκηση και μια διατροφή που βασιζόταν σε καφέδες και πρόχειρα. Δεν ήμουν άρρωστος, αλλά ένιωθα ότι η υγεία μου είχε αρχίσει να γλιστράει. Είχα διαβάσει για τα «μυστικά μακροζωίας» των νησιών και για τις τελομερείς, τη βιολογική γήρανση, όλα αυτά που ακούγονται επιστημονικά αλλά σε πιάνουν από την περιέργεια. «Ήρθα να δω αν υπάρχει κάτι αληθινό εδώ», σκέφτηκα κοιτάζοντας τη θάλασσα να χτυπάει τα βράχια.
Η θεία μου η Κατερίνα με περίμενε στο λιμάνι με ένα παλιό αγροτικό και ένα χαμόγελο που δεν χώραγε στο πρόσωπό της. «Πρώτα θα φας, μετά θα μιλήσουμε για φιλοσοφίες», είπε και γέλασε. Στο σπίτι μύριζε φακές με ρίγανη και λεμόνι, και πάνω στο τραπέζι είχε σαλάτα με λάχανο, ελιές, λίγο τυρί και ψωμί. «Αυτή είναι η διατροφή μας», μου είπε. «Όχι επειδή είναι μόδα, αλλά επειδή έτσι μεγαλώσαμε. Κι άμα θέλεις ευεξία, ξεκινάς από το πιάτο και από την ηρεμία». Εγώ ντράπηκα να της πω ότι στην Αθήνα είχα ξεχάσει πώς είναι να τρως χωρίς να κοιτάς οθόνη.
Την επόμενη μέρα, περπατήσαμε μέχρι το μικρό κέντρο υγείας του χωριού, γιατί η Κατερίνα ήθελε να με γνωρίσει στη φίλη της, τη γιατρό τη Μαρία. Η Μαρία ήταν γύρω στα σαράντα, πρακτική και ζεστή, από αυτές που σε κοιτάζουν στα μάτια. «Δεν χρειάζεται να γίνεις ασθενής για να ασχοληθείς με την πρόληψη», μου είπε, όταν της είπα ότι απλώς κουράζομαι εύκολα. «Η ιατρική δεν είναι μόνο νοσοκομείο και θεραπεία. Είναι και οι μικρές αποφάσεις κάθε μέρα». Έβγαλε ένα πιεσόμετρο, μου μέτρησε την πίεση και με ρώτησε για ύπνο, άγχος, άσκηση. «Φάρμακο δεν θα σου γράψω έτσι, αλλά θα σου γράψω πρόγραμμα», είπε και χαμογέλασε.
Το πρόγραμμα άρχισε με κάτι απλό: ανηφόρα ως το ξωκλήσι και πίσω, αργά, χωρίς να κυνηγάω χρόνο. Στην αρχή λαχάνιασα και θυμώσα με τον εαυτό μου. «Πώς κατάντησα έτσι;» σκεφτόμουν. Στη στροφή, η Κατερίνα έκοψε ένα κλαδάκι δεντρολίβανο. «Το βάζουμε στο φαγητό, κάνει καλό», είπε. «Μην το βλέπεις σαν μαγικό. Είναι μια συνήθεια». Στο δρόμο συναντήσαμε τον κύριο Στέλιο, που κουβαλούσε ξύλα και σφύριζε. «Ε, Αθηναίε, κουνήσου! Η κίνηση είναι θεραπεία», μου φώναξε. Γέλασα, και το γέλιο ξαφνικά μου φάνηκε σαν ανάσα.
Το βράδυ, στο καφενείο, η Μαρία κάθισε μαζί μας. Ένας άντρας στο διπλανό τραπέζι μιλούσε για τον αδελφό του που είχε πάει στο νοσοκομείο στη Σάμο. «Τον έπιασε μια ασθένεια στην καρδιά, και τώρα φοβάται ακόμα και τη σκάλα», είπε. Η Μαρία γύρισε προς εμάς: «Βλέπεις; Η πρόληψη δεν είναι θεωρία. Είναι να μην φτάνεις εκεί». Της είπα ότι το άγχος μου με τρώει, ότι κάποιες νύχτες νιώθω το στήθος μου σφιγμένο. «Ψυχική υγεία σημαίνει να δίνεις χώρο στην ένταση και να την καταλαβαίνεις πριν γίνει βουνό», απάντησε. «Και μην ντρέπεσαι να μιλάς. Η κοινωνία μας ακόμα το παλεύει αυτό».
Τις επόμενες μέρες έμαθα να τρώω πιο αργά, να πίνω νερό πριν από τον δεύτερο καφέ, να κοιμάμαι χωρίς κινητό. Έκανα άσκηση με τρόπο που δεν με τιμωρούσε: περπάτημα, λίγες διατάσεις, δουλειές στον κήπο. Η Κατερίνα έλεγε ιστορίες για τη δική της μητέρα που έζησε μέχρι τα ενενήντα πέντε, όχι επειδή είχε «μυστικό», αλλά επειδή είχε παρέες, σκοπό και απλές χαρές. «Η γήρανση έρχεται, αλλά δεν είναι καταδίκη», μου είπε καθώς καθαρίζαμε πορτοκάλια. «Άμα θες μακροζωία, φρόντισε την καρδιά σου και το μυαλό σου μαζί». Στο τέλος της εβδομάδας, δεν έγινα άλλος άνθρωπος. Όμως ένιωθα κάτι να μαλακώνει μέσα μου, σαν να άφηνα λίγο χώρο για μια νέα καθημερινότητα—πιο ήρεμη, πιο σταθερή, πιο δική μου.