Το καράβι έδεσε νωρίς το πρωί και το μικρό νησί μύριζε θυμάρι και αρμύρα. Είχα έρθει για λίγες μέρες ξεκούρασης, αλλά στο μυαλό μου είχα και κάτι άλλο: τελευταία ένιωθα ότι η υγεία μου κρεμόταν από μια λεπτή κλωστή. Στην Αθήνα δούλευα πολλές ώρες, έτρωγα βιαστικά, και η ψυχική υγεία μου είχε αρχίσει να κάνει «θόρυβο» με αϋπνίες και νεύρα. Η Μαρία, φίλη από το πανεπιστήμιο, μου είχε γράψει: «Έλα, εδώ μιλάμε αλλιώς για ευεξία και μακροζωία. Θα δεις». Δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε, μέχρι που πάτησα το πόδι μου στον μόλο.
Το απόγευμα περπατήσαμε μαζί μέχρι το αγροτικό ιατρείο, ένα χαμηλό κτίριο με μπλε παράθυρα. Η Μαρία δουλεύει ως γιατρός στο νησί και γνωρίζει τους πάντες με το μικρό τους όνομα. «Μην τρομάζεις, δεν σε φέρνω σε νοσοκομείο», είπε γελώντας. «Απλώς θέλω να σε δει ο κύριος Σταύρος. Είναι εβδομήντα οχτώ, ψαράς, και έχει μια φιλοσοφία ζωής που δεν τη γράφει κανένα βιβλίο ιατρικής». Μέσα περίμενε κι ο ίδιος, ένας ασθενής χωρίς την κλασική ανησυχία. «Εσύ είσαι ο Αλέξης;» με ρώτησε. «Κάθισε. Όλοι εδώ λένε ότι δεν γερνάμε, αλλά η γήρανση είναι αληθινή. Το θέμα είναι τι κάνεις πριν έρθει να σε βρει».
Καθίσαμε σε μια αυλή με σκιά από κληματαριά και άρχισε να μιλάει σαν να αφηγείται ιστορία. «Πριν δέκα χρόνια είχα μια ασθένεια στην καρδιά. Με πήγαν στο νοσοκομείο της μεγάλης πόλης, έκανα εξετάσεις, πήρα φάρμακο, έκανα και θεραπεία με πρόγραμμα. Όμως ο γιατρός μου είπε κάτι απλό: η πρόληψη δεν είναι μόνο να μετράς πίεση. Είναι να αλλάζεις ρυθμό». Η Μαρία τον διέκοψε: «Και να προσέχεις τη διατροφή σου, Σταύρο». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Ναι, αλλά όχι με άγχος. Έκοψα τα πολλά τηγανητά, έβαλα λαχανικά, όσπρια, ψάρι, και ελαιόλαδο. Δεν το έκανα σαν τιμωρία, το έκανα σαν συμφωνία με τον εαυτό μου».
Την επόμενη μέρα με πήρε μαζί του στο καΐκι. Δεν ήταν “γυμναστική” όπως τη φαντάζεται κανείς σε γυμναστήριο, αλλά άσκηση πραγματική: να σηκώνεις δίχτυα, να κρατάς ισορροπία, να αναπνέεις βαθιά καθώς ο ήλιος ανεβαίνει. Εγώ λαχάνιαζα, κι εκείνος γελούσε καλοπροαίρετα. «Η άσκηση θέλει παρέα», μου είπε. «Κι όταν τελειώνουμε, τρώμε απλά». Στο σπίτι του, η γυναίκα του έβαλε στο τραπέζι ντομάτες, ελιές, λίγο τυρί, φακές και ένα πιάτο σαρδέλες. «Αυτό είναι η διατροφή μας», είπε. Εγώ σκεφτόμουν πόσο διαφορετικά ένιωθα από μια μέρα χωρίς βιασύνη.
Το βράδυ, στην πλατεία, η Μαρία μού μίλησε πιο σοβαρά. «Ξέρεις, πολλοί νομίζουν ότι η ιατρική είναι μόνο χάπια. Αλλά εδώ βλέπω κάτι άλλο: άνθρωποι που φροντίζουν ο ένας τον άλλο. Η ψυχική υγεία δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, είναι κοινότητα». Τότε ήρθε ο Σταύρος με δύο καρέκλες. «Αλέξη, στην πόλη τι κάνεις όταν αγχώνεσαι;» ρώτησε. «Κλείνομαι, δουλεύω περισσότερο», παραδέχτηκα. «Ε, εδώ όταν αγχώνεσαι, βγαίνεις έξω. Μιλάς. Πίνεις νερό. Κάνεις έναν περίπατο. Αν χρειαστείς γιατρό, θα τον βρεις, αλλά η πρόληψη αρχίζει πριν πονέσεις».
Την τελευταία μέρα πέρασα ξανά από το ιατρείο. Η Μαρία μου έδωσε ένα χαρτί με μικρούς στόχους: «Ύπνος σταθερός, περπάτημα τρεις φορές τη βδομάδα, και να μαγειρεύεις δύο μέρες όσπρια. Κι αν νιώσεις ότι βαραίνεις μέσα σου, μίλα σε άνθρωπο ή σε ειδικό». Την κοίταξα και χαμογέλασα, όχι από σιγουριά, αλλά από ανακούφιση. Ο Σταύρος μου έσφιξε το χέρι. «Η μακροζωία δεν είναι να νικήσεις τον χρόνο», είπε, «είναι να μη σε τρώει ο χρόνος». Στο καράβι της επιστροφής ένιωθα ότι κουβαλούσα μαζί μου κάτι πιο χρήσιμο από αναμνηστικά: μια πιο καθαρή ιδέα για την υγεία, τη διατροφή, την άσκηση και την ευεξία, όχι σαν σχέδιο-τιμωρία, αλλά σαν τρόπο ζωής που μπορώ να χτίσω, μέρα με τη μέρα.