Το λεωφορείο ανέβαινε αργά προς το χωριό μου στην Εύβοια και εγώ κοιτούσα από το παράθυρο τις πλαγιές που είχαν αλλάξει απότομα μέσα σε λίγα χρόνια. Εκεί που παλιά έβλεπα πυκνό πεύκο, τώρα υπήρχαν ανοιχτά σημάδια από παλιές φωτιές, και το χώμα έμοιαζε πιο γυμνό. Ένιωθα ένα βάρος στο στήθος, σαν να μου θύμιζε η φύση ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Ο πατέρας μου μου έλεγε μικρός πως το οικοσύστημα κρατά ισορροπίες που δεν φαίνονται. Τώρα, με την κλιματική αλλαγή και το πιο σκληρό κλίμα, αυτές οι ισορροπίες δοκιμάζονταν κάθε καλοκαίρι.
Επέστρεφα για ένα Σαββατοκύριακο γιατί ο δήμος είχε καλέσει συνέλευση: θα συζητούσαν ένα νέο έργο ανανεώσιμης ενέργειας, ένα μικρό αιολικό πάρκο στη ράχη πάνω από τα μελίσσια. Στην πλατεία, έξω από το καφενείο, άκουγα ήδη φωνές. Η θεία μου η Μαρία έλεγε σε μια παρέα: «Αν δεν κάνουμε κάτι για την ενέργεια, θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε ακριβά και να έχουμε ρύπανση από παντού». Ο κυρ-Στέλιος όμως σήκωσε το χέρι: «Και η προστασία της περιοχής; Θα κόψουν δρόμους, θα χαλάσουν το βουνό. Η βιωσιμότητα δεν είναι μόνο ρεύμα». Ένιωσα πως θα ήταν μια δύσκολη μέρα.
Μπήκα μέσα στο κοινοτικό γραφείο και κάθισα δίπλα στην παιδική μου φίλη, την Ελένη, που τώρα δούλευε ως μηχανικός. Μου ψιθύρισε: «Δεν είναι τεράστιο έργο, Γιάννη. Είναι σχεδιασμένο να έχει μικρό αποτύπωμα και να βοηθήσει το χωριό να γίνει πιο ανεξάρτητο». Της απάντησα σκεφτικά: «Φοβάμαι ότι ο κόσμος έχει κουραστεί από υποσχέσεις. Θέλουν να δουν πράξεις, όχι ωραία σχέδια». Ο πρόεδρος άνοιξε τη συζήτηση και μίλησε για μετρήσεις αέρα, θόρυβο, και για το πώς θα γίνει παρακολούθηση του οικοσυστήματος. Κάποιος από πίσω φώναξε: «Μας νοιάζει και η ανακύκλωση, αλλά δεν έχουμε καν κάδους σωστούς!»
Τότε σηκώθηκε ο πατέρας μου, που σπάνια μιλούσε δημόσια. «Έζησα εδώ εξήντα χρόνια», είπε, «και είδα αλλαγή που δεν την φανταζόμουν. Όταν η ρύπανση ανεβαίνει και το κλίμα τρελαίνεται, δεν φταίει μόνο το χωριό μας, αλλά εμείς μπορούμε να κάνουμε μια αρχή. Αν έχουμε ανανεώσιμη ενέργεια, λιγότερα καυσαέρια, λιγότερο πετρέλαιο. Όμως θέλω εγγυήσεις: να μην πειραχτεί η πηγή, να προστατευτούν τα πουλιά, να υπάρχει σχέδιο για τα σκουπίδια και ανακύκλωση με κανόνες». Ένιωσα περηφάνια, αλλά και ευθύνη, σαν να μου έδινε ένα κλειδί που έπρεπε να το χρησιμοποιήσω σωστά.
Μετά τη συνέλευση, περπατήσαμε με την Ελένη προς το σημείο που θα έμπαιναν οι ανεμογεννήτριες. Ο αέρας μύριζε θυμάρι και ρετσίνι, και κάτω χαμηλά φαινόταν η θάλασσα σαν γυαλί. «Κοίτα», μου είπε, «αν το κάνουμε σωστά, μπορεί να χρηματοδοτηθεί και πρόγραμμα προστασίας: καθαρισμοί, μονοπάτια, ενημέρωση για τη φύση. Και να μπει επιτέλους σύστημα για διαχείριση απορριμμάτων». Της είπα: «Ναι, αλλά φοβάμαι την κακή εφαρμογή. Στην Ελλάδα έχουμε δει έργα που ξεκινούν καλά και μετά χάνεται ο έλεγχος». Εκείνη χαμογέλασε πικρά. «Γι’ αυτό χρειάζεται ο κόσμος να μείνει παρών, όχι να φωνάξει και μετά να εξαφανιστεί».
Το βράδυ, στο σπίτι, άκουγα τη βροχή να χτυπάει τα κεραμίδια και σκεφτόμουν πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην ανάγκη και στην απληστία. Η βιωσιμότητα, τελικά, δεν είναι μία λέξη για αφίσες· είναι επιλογές που πονάνε λίγο. Έγραψα ένα μήνυμα στην ομάδα του χωριού: πρότεινα να γίνει επιτροπή πολιτών, να ζητήσουμε διαφάνεια, να πιέσουμε για καλύτερη ανακύκλωση και λιγότερη ρύπανση, και να βάλουμε στόχους για εξοικονόμηση ενέργειας στα σπίτια. Πριν κοιμηθώ, θυμήθηκα τα λόγια του πατέρα μου για το οικοσύστημα. Αν το σεβαστείς, σου δίνει χρόνο. Αν το αγνοήσεις, σε αναγκάζει να μάθεις με δύσκολο τρόπο.