Όταν έφτασα στην Ικαρία με το απογευματινό πλοίο, είχα στο σακίδιό μου δύο πράγματα: το σημειωματάριο μου και την κούραση μιας δύσκολης χρονιάς. Δούλευα πολλές ώρες, έτρωγα ό,τι να ’ναι, και η ψυχική υγεία μου είχε αρχίσει να μοιάζει με παλιό λάστιχο που χάνει αέρα. Ο στόχος μου ήταν ένα μικρό εργαστήριο για μακροζωία που έκανε ο δήμος, αλλά μέσα μου ήθελα κάτι πιο απλό: να δω πώς ζουν εδώ άνθρωποι που δεν μιλάνε συνέχεια για γήρανση, αλλά συνεχίζουν να χορεύουν.
Το πρώτο πρωί περπάτησα ως την πλατεία του χωριού. Μύριζε καφέ, θυμάρι και ψωμί. Σε ένα καφενείο γνώρισα τον κύριο Μανώλη, εβδομήντα οκτώ χρονών, με μάτια που έλαμπαν σαν να είχε μόλις ερωτευτεί. «Εσύ από Αθήνα;» με ρώτησε. Του είπα την αλήθεια: «Νιώθω ότι έχασα την υγεία μου μέσα στη βιασύνη». Γέλασε. «Δεν την έχασες. Την άφησες κάπου πίσω. Έλα το απόγευμα, θα σε πάω στη μάνα μου. Μαγειρεύει καλύτερη θεραπεία από μισό φάρμακο». Η λέξη “θεραπεία” μου φάνηκε παράξενη για φασολάδα, αλλά δεν είπα όχι.
Στο εργαστήριο, μια γιατρός, η κυρία Δανάη, εξηγούσε σε απλά λόγια πώς η πρόληψη είναι πιο δυνατή από τη βιαστική ιατρική όταν έχει ήδη εμφανιστεί η ασθένεια. Μίλησε για διατροφή, άσκηση και ευεξία χωρίς να κουνάει το δάχτυλο. «Δεν ζητάμε τελειότητα», είπε, «ζητάμε ρυθμό που να αντέχεις». Δίπλα μου καθόταν μια κοπέλα, η Ιωάννα, που είχε έρθει με τον πατέρα της, έναν ασθενή που είχε περάσει ένα επεισόδιο και φοβόταν ξανά το νοσοκομείο. «Αν τον πιάνει πανικός, δεν κοιμάται», μου ψιθύρισε. Ένιωσα ότι δεν ήμουν ο μόνος που ήρθε εδώ για να μαζέψει τα κομμάτια του.
Το απόγευμα πήγα με τον Μανώλη στο σπίτι της μητέρας του, της κυρίας Καλλιόπης. Η αυλή είχε λεμονιές και μια γάτα που μας κοίταζε σαν να αξιολογεί επισκέπτες. Στο τραπέζι έβαλε ρεβίθια, χόρτα, λίγο κατσίκι και κρασί, και πριν φάμε είπε: «Η διατροφή είναι συζήτηση με το σώμα. Αν του φωνάζεις, θα σου απαντήσει με πόνο». Ο Μανώλης μου έκλεισε το μάτι. «Να σου πω; Η άσκηση εδώ είναι να ανεβαίνεις ανηφόρες, να σκάβεις, να χαιρετάς. Δεν είναι γυμναστήριο». Τότε χτύπησε το κινητό του: ήταν η Ιωάννα. «Ο μπαμπάς θέλει να έρθει αύριο στην παραλία, αλλά φοβάται μην κουραστεί», είπε. Η Καλλιόπη απάντησε ήρεμα: «Να έρθει. Θα περπατήσει λίγο, θα καθίσει, και θα νιώσει άνθρωπος. Αυτό είναι πρόληψη κι αυτό είναι ευεξία».
Την επόμενη μέρα, στην παραλία, ο πατέρας της Ιωάννας ήρθε τελικά. Τον έλεγαν Στέλιο και κρατούσε ένα μικρό σακουλάκι με χάπια. «Δεν τα αφήνω ποτέ», είπε. Η Δανάη είχε έρθει κι εκείνη για μια ανοιχτή συζήτηση με κατοίκους. Ο Στέλιος τη ρώτησε ευθέως: «Γιατρέ, να κόψω το φάρμακο αφού νιώθω καλύτερα;» Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Όχι μόνος σου. Η ιατρική δεν είναι μαγικό. Θέλει σχέδιο και παρακολούθηση. Αλλά μπορούμε να δουλέψουμε μαζί: πιο σωστή διατροφή, λίγο περπάτημα, καλύτερος ύπνος. Έτσι μειώνουμε τον κίνδυνο να γυρίσει η ασθένεια». Ο Στέλιος κοίταξε τα κύματα. «Εγώ νόμιζα πως η γήρανση είναι καταδίκη», μουρμούρισε. «Είναι διαδικασία», απάντησε η Ιωάννα, πιο δυνατά απ’ όσο περίμενε, «και δεν θα την περάσεις μόνος».
Το τελευταίο βράδυ είχε πανηγύρι. Δεν ήμουν χορευτής, αλλά ο Μανώλης με τράβηξε στον κύκλο. Ενώ τα βήματα επαναλαμβάνονταν, ένιωσα κάτι να ξεμπλοκάρει στο στήθος μου. Σκέφτηκα πόσο περίεργο είναι που μιλάμε για μακροζωία σαν να είναι μυστικό, ενώ μπροστά μου έβλεπα μια κοινότητα που έκανε τα βασικά: φαγητό με μέτρο, κίνηση, παρέα, και χώρο για το μυαλό. Η ψυχική υγεία δεν ήταν “θέμα”, ήταν καθημερινή φροντίδα. Στο τέλος, η Δανάη μου είπε: «Αν γυρίσεις στην Αθήνα και αλλάξεις μόνο ένα πράγμα, να είναι το πώς τρως και το πώς μιλάς στον εαυτό σου». Στο πλοίο της επιστροφής, έγραψα στο σημειωματάριο: “Υγεία δεν είναι ένας στόχος. Είναι σχέση. Και θέλει χρόνο”.