Το ξυπνητήρι χτύπησε πριν ακόμη φανεί ο ήλιος. Σηκώθηκα με εκείνο το γνώριμο βάρος στο στήθος: σήμερα θα πήγαινα πάλι στην τράπεζα για να συζητήσω το χρέος του μικρού μου καφέ στο Παγκράτι. Η επιχείρηση άνοιξε πριν τρία χρόνια, λίγο μετά την κρίση, όταν όλοι έλεγαν ότι η οικονομία «παίρνει ανάσα». Μόνο που η ανάσα δεν έφτανε ποτέ στα ταμεία μου. Κοίταξα τον πίνακα με τα έξοδα και τα έσοδα: το εισόδημα από τον καφέ δεν αρκούσε, ενώ ο φόρος και οι προμηθευτές έτρεχαν.
Στον δρόμο προς την αγορά της γειτονιάς, τα μαγαζιά σήκωναν ρολά και οι άνθρωποι περπατούσαν γρήγορα, σαν να κυνηγούσαν χρόνο. Στάθηκα να πάρω ψωμί και άκουσα δυο ηλικιωμένους να μιλούν για πληθωρισμό. «Όλα ανέβηκαν, παιδί μου», είπε ο ένας, και εγώ έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται το ΑΕΠ που ακούω στις ειδήσεις, λες και είναι θερμόμετρο της ζωής μας. Η ανεργία μπορεί να έπεσε, αλλά στην πράξη η ανασφάλεια έμενε. Εγώ, τουλάχιστον, ένιωθα ότι κάθε μέρα παίζω άμυνα.
Στο καφέ με περίμενε η Μαρίνα, η συνεργάτιδά μου, με ένα σημειωματάριο γεμάτο αριθμούς. «Αν συνεχίσουμε έτσι, δεν θα βγάλουμε κέρδος ούτε τον χειμώνα», μου είπε χωρίς να σηκώσει μάτια. «Χρειαζόμαστε επένδυση, κάτι που να φέρει κόσμο. Νέα μηχανή, καλύτερο brunch, ίσως και μικρές εκδηλώσεις». Της έδειξα τα μηνιαία δάνεια. «Η τράπεζα θέλει εγγυήσεις. Και εγώ δεν έχω άλλο σπίτι να υποθηκεύσω». Η Μαρίνα αναστέναξε. «Τότε ας δουλέψουμε το εμπόριο online. Να πουλάμε δικά μας μείγματα καφέ». Η ιδέα άναψε μέσα μου σαν σπίθα.
Το μεσημέρι ήρθε ο Γιάννης, φίλος από το σχολείο, που τώρα δουλεύει σε λογιστικό γραφείο. Κάθισε στον πάγκο και μου έκανε νόημα να φέρω χαρτιά. «Πρώτα πρέπει να δούμε καθαρά την εικόνα σου», είπε. «Πόσο χρέος συνολικά, πόσο σταθερό εισόδημα, τι περιθώριο κέρδους έχεις ανά προϊόν». Του είπα ότι νιώθω πως η αγορά αλλάζει συνέχεια και δεν προλαβαίνω. Χαμογέλασε πικρά. «Έτσι είναι. Και μην κοιτάς το χρηματιστήριο στις ειδήσεις σαν να είναι μαγικό. Στην καθημερινότητα, το παιχνίδι είναι οι μικρές αποφάσεις: τι τιμή βάζεις, τι κρατάς σε απόθεμα, πώς κόβεις σπατάλες χωρίς να χαλάς την ποιότητα».
Το απόγευμα πήγα στην τράπεζα με τον Γιάννη. Η αίθουσα μύριζε απολυμαντικό και υπομονή. Η υπάλληλος, η κυρία Ελένη, μας κοίταξε πάνω από τα γυαλιά. «Θέλετε ρύθμιση;» ρώτησε. «Θέλω μια ανάσα, όχι θαύμα», της είπα. Της εξήγησα ότι η επιχείρηση μπορεί να σταθεί, αλλά ο πληθωρισμός ανέβασε το κόστος και ο φόρος με πνίγει. Εκείνη έγνεψε. «Αν δείξετε σταθερότητα και ένα σχέδιο επένδυσης, μπορούμε να μιλήσουμε για επιμήκυνση. Η τράπεζα δεν είναι εχθρός, αλλά θέλει αποδείξεις». Ο Γιάννης πρόσθεσε ήρεμα: «Έχουμε πλάνο για νέο κανάλι πωλήσεων, και θα βελτιώσουμε τις ταμειακές ροές».
Γυρίσαμε αργά, όταν η γειτονιά ησύχαζε. Κάθισα μόνος στο καφέ και άκουσα το ψυγείο να βουίζει σαν μικρό καράβι σε λιμάνι. Σκέφτηκα πόσο παράξενο είναι: μιλάμε για οικονομία, αγορά, ΑΕΠ, σαν να είναι κάτι μακριά, αλλά τελικά όλα καταλήγουν σε μια κούπα καφέ, σε έναν μισθό, σε μια απόδειξη. Η Μαρίνα μου έστειλε μήνυμα: «Αύριο ξεκινάμε δοκιμές για τα μείγματα». Για πρώτη φορά μετά από καιρό ένιωσα ότι δεν με οδηγεί μόνο η κρίση, αλλά και η επιλογή. Και αυτή η επιλογή, όσο μικρή κι αν φαίνεται, μπορεί να χτίσει ξανά το δικό μας μέλλον.