Τη μέρα που άρχισαν να “εξαφανίζονται” τα email των δημοτών από τον υπολογιστή του ΚΕΠ, κατάλαβα ότι η δουλειά μου δεν ήταν πια μόνο να φτιάχνω λογισμικό. Δούλευα σε μια μικρή ομάδα που είχε αναλάβει τον ψηφιακό μετασχηματισμό του δήμου μας στην Πάτρα: μια νέα πλατφόρμα για αιτήσεις, ραντεβού και ενημερώσεις. Το πρωί έβρεχε, κι εγώ έπινα καφέ κοιτάζοντας τα δεδομένα στο πρόγραμμα καταγραφής. Τα logs έδειχναν περίεργες συνδέσεις από το διαδίκτυο, σαν κάποιος να δοκίμαζε κωδικούς ξανά και ξανά.
Στο γραφείο μπήκε η Μαρία, υπεύθυνη του έργου, με το κινητό στο χέρι. «Έχουμε παράπονα. Λένε ότι η εφαρμογή κολλάει και ότι δεν έρχονται οι ειδοποιήσεις», είπε. «Και ο προϊστάμενος φοβάται επίθεση». Ο Νίκος, ο νεότερος της ομάδας, άφησε το σακίδιό του κάτω και πέταξε: «Μήπως είναι απλώς λάθος ρυθμίσεις;». Τον κοίταξα. «Δεν είναι μόνο αυτό. Ο αλγόριθμος που ελέγχει τις προσπάθειες σύνδεσης δείχνει brute force. Αν δεν βάλουμε κανόνες, θα έχουμε διαρροή δεδομένων». Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, γιατί πίσω από κάθε “δεδομένο” υπήρχε άνθρωπος.
Ανοίξαμε τον υπολογιστή στο μικρό δωμάτιο του server, δίπλα από κάτι παλιά ντουλάπια με φακέλους. Η αντίθεση με το “ψηφιακό” μας όνειρο ήταν σχεδόν αστεία. «Πρώτο βήμα: ενημερώσεις στο λογισμικό και έλεγχος δικαιωμάτων», είπα. Η Μαρία έγνεψε, αλλά φαινόταν κουρασμένη. «Ο δήμαρχος θέλει καινοτομία, αλλά δεν θέλει να ακούει για κόστος κυβερνοασφάλειας», μου ψιθύρισε. Ο Νίκος άνοιξε το τερματικό και έτρεξε ένα πρόγραμμα σάρωσης. «Κάποιος δοκιμάζει παλιά endpoints της πλατφόρμας», είπε. «Σαν να ψάχνει πόρτα που ξεχάσαμε ανοιχτή».
Το μεσημέρι κάναμε μια μικρή σύσκεψη με τον υπεύθυνο IT του δήμου μέσω τηλεδιάσκεψης. «Χρειαζόμαστε πολυπαραγοντικό έλεγχο και καλύτερη καταγραφή», του είπα. Εκείνος αναστέναξε. «Οι υπάλληλοι δυσκολεύονται ήδη. Θέλουν απλό κωδικό και τέλος». Η Μαρία πήρε τον λόγο: «Αν γίνει παραβίαση, θα χαθεί η εμπιστοσύνη. Δεν είναι πολυτέλεια». Τότε εγώ πρότεινα κάτι πρακτικό: «Θα κάνουμε μια σύντομη εκπαίδευση, και θα βάλουμε την εφαρμογή να εξηγεί βήμα-βήμα. Η τεχνολογία πρέπει να βοηθά, όχι να τρομάζει». Μέσα μου σκεφτόμουν ότι αυτό είναι ο πραγματικός ψηφιακός μετασχηματισμός: αλλαγή συνήθειας.
Το απόγευμα, καθώς ο δρόμος έξω μύριζε βρεγμένο χώμα, δοκιμάσαμε να ενσωματώσουμε μια μικρή μονάδα τεχνητής νοημοσύνης για να εντοπίζει ύποπτα μοτίβα. Δεν ήταν κάτι “μαγικό”, αλλά ένα μοντέλο που μάθαινε από τα δεδομένα σύνδεσης και ειδοποιούσε όταν έβλεπε ανωμαλίες. «Δηλαδή ο αλγόριθμος θα μας λέει ποιος είναι κακός;» ρώτησε ο Νίκος, μισοαστεία-μισοσοβαρά. «Θα μας λέει ποια συμπεριφορά είναι ύποπτη», απάντησα. «Και εμείς αποφασίζουμε. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά την κρίση». Η Μαρία χαμογέλασε πρώτη φορά εκείνη τη μέρα.
Λίγο πριν κλείσουμε, ήρθε μήνυμα: «Αποτυχημένη προσπάθεια πρόσβασης — μπλοκαρίστηκε». Μετά άλλο ένα, και μετά σιωπή. Σαν να δοκίμασε κάποιος τοίχο και να βαρέθηκε. «Λειτουργεί», είπε ο Νίκος και σήκωσε τον αντίχειρα. Εγώ δεν πανηγύρισα αμέσως. Ένιωθα ανακούφιση, αλλά και μια ευθύνη που μεγάλωνε. Κοίταξα την πλατφόρμα στην οθόνη: ραντεβού, πιστοποιητικά, αιτήσεις, όλα σε μια σειρά. «Αύριο», είπα στη Μαρία, «να πάμε στο ΚΕΠ και να ακούσουμε τους υπαλλήλους. Η καινοτομία δεν είναι μόνο κώδικας. Είναι εμπιστοσύνη». Εκείνη συμφώνησε, και για πρώτη φορά ο ψηφιακός κόσμος μού φάνηκε λίγο πιο ανθρώπινος.