Τον τελευταίο καιρό κρατάω ένα μικρό τετράδιο δίπλα στον καφέ μου, σαν να είναι σωσίβιο. Εκεί γράφω τα έξοδα, τις ημερομηνίες, και ό,τι μου φαίνεται ότι μπορεί να μου ξεφύγει. Δεν είναι ότι ξαφνικά έγινα ειδικός στα οικονομικά· απλώς το εισόδημά μου από τη δουλειά στο συνεργείο δεν φτάνει όπως παλιά, και με τον πληθωρισμό να ανεβαίνει, ακόμη και το σούπερ μάρκετ μοιάζει σαν εξεταστική. Κάθε εβδομάδα σκέφτομαι την οικονομία σαν έναν δρόμο με λακκούβες: προχωράς, αλλά τρως κραδασμούς.
Μια Τρίτη πρωί, μετά από μια βάρδια που μύριζε λάδι μηχανής και κρύο σίδερο, πήγα στην τράπεζα. Είχα ένα μικρό χρέος στην κάρτα και ήθελα να το ρυθμίσω πριν με πνίξει. Στην ουρά άκουγα ανθρώπους να συζητούν για την κρίση, για φόρους που ανεβαίνουν και για την ανεργία του ανιψιού τους. Όταν ήρθε η σειρά μου, η υπάλληλος, η Μαρία, μου χαμογέλασε επαγγελματικά. «Πώς μπορώ να βοηθήσω;» ρώτησε. «Θέλω ένα σχέδιο, όχι άλλη αναβολή», της είπα, κι ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται.
Η Μαρία άνοιξε την οθόνη της και μου έδειξε τα νούμερα σαν να ήταν χάρτης. «Αν πληρώνεις λίγο παραπάνω κάθε μήνα, θα πέσει ο τόκος και θα φύγει πιο γρήγορα το χρέος», είπε. «Μα ήδη ζορίζομαι», απάντησα. «Κι εγώ το βλέπω», συνέχισε πιο ανθρώπινα. «Κάνε έναν μικρό προϋπολογισμό: ενοίκιο, λογαριασμοί, φαγητό, κι άσε ένα ποσό για έκτακτα. Και προσπάθησε να βάλεις έστω 20 ευρώ στην άκρη. Σαν μικρή επένδυση στην ηρεμία σου». Ένιωσα αστείο να μιλάμε για “επένδυση” όταν δεν έχω ούτε για καινούριο μπουφάν, αλλά κάτι στο ύφος της με έκανε να την ακούσω.
Το απόγευμα συνάντησα τον φίλο μου τον Νίκο σε ένα καφενείο στα Πετράλωνα. Ο Νίκος δουλεύει σε μια μικρή επιχείρηση που φτιάχνει χειροποίητα σαπούνια και πουλάει και online, μέσα από την αγορά του διαδικτύου. Μου είπε ότι παλεύουν με το κόστος των πρώτων υλών και με τον φόρο που τους πιέζει. «Δεν είναι μόνο να βγάλεις κέρδος», είπε και χτύπησε το κουταλάκι στο ποτήρι. «Είναι να μην σε καταπιεί η αβεβαιότητα». Τον ρώτησα αν σκέφτεται να φύγει έξω. Γέλασε πικρά. «Και πού; Εμπόριο κάνουμε, αλλά οι τιμές μεταφορών τρελαίνονται. Κι όμως, αν αντέξεις, κάτι χτίζεται».
Ο Νίκος, όπως πάντα, πήγε τη συζήτηση πιο μακριά. «Βλέπεις ειδήσεις; Λένε για το ΑΕΠ, για ανάπτυξη, για ανάκαμψη, αλλά ο κόσμος ακόμη μετράει τα κέρματα», είπε. Του απάντησα ότι εγώ δεν ξέρω από μεγάλα νούμερα, μόνο ότι ο μισθός μου δεν ακολουθεί τον πληθωρισμό. Τότε πετάχτηκε η Ελένη, που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και μας άκουγε χωρίς να κρύβεται. «Συγγνώμη που ανακατεύομαι», είπε, «αλλά δουλεύω σε λογιστικό γραφείο. Η οικονομία δεν είναι μόνο στατιστικά. Είναι επιλογές: πού πάει ο φόρος, πώς στηρίζεται μια επιχείρηση, τι γίνεται με την ανεργία όταν κλείνουν μαγαζιά».
Η Ελένη έβγαλε από την τσάντα της ένα φυλλάδιο για ένα δωρεάν σεμινάριο προσωπικής διαχείρισης χρημάτων του δήμου. «Ελάτε, θα έχει και παραδείγματα για προϋπολογισμό, δόσεις, ακόμη και βασικά για το χρηματιστήριο, για να μη σας φαίνεται κάτι εξωγήινο», είπε. Ο Νίκος σήκωσε φρύδι. «Εγώ χρηματιστήριο;» ρώτησε. «Όχι για να παίξεις», απάντησε εκείνη, «αλλά για να καταλαβαίνεις πώς κινείται η αγορά και γιατί μια είδηση μπορεί να επηρεάσει μια επένδυση ή μια τιμή». Την κοίταξα και σκέφτηκα πόσο μας λείπει αυτή η απλή γνώση, όχι σαν μάθημα, αλλά σαν εργαλείο.
Γυρνώντας σπίτι, πέρασα από ένα μικρό παντοπωλείο και πήρα μόνο τα απολύτως απαραίτητα. Στο λεωφορείο άνοιξα το τετράδιο και έγραψα: «Στόχος: να μικρύνει το χρέος, να μην με φοβίζει η τράπεζα, να έχω σχέδιο». Δεν λύθηκαν όλα σε μια μέρα. Όμως, εκείνο το βράδυ, για πρώτη φορά μετά από μήνες, ένιωσα ότι δεν είμαι απλός θεατής της κρίσης. Αν η οικονομία είναι σαν θάλασσα, εγώ δεν έχω καράβι μεγάλο. Έχω όμως κουπιά: μικρές αποφάσεις, λίγη πειθαρχία, και ανθρώπους γύρω μου που μιλάνε χωρίς ντροπή για χρήματα, αγορά και μέλλον.