Το πρωί που κατέβηκα στον Πειραιά, ο αέρας μύριζε αλάτι και καφέ από τα μικρά μαγαζιά δίπλα στις αποθήκες. Η μητέρα μου έλεγε ότι η οικονομία φαίνεται καλύτερα στο λιμάνι: εκεί που το εμπόριο δεν είναι θεωρία, αλλά κοντέινερ, τιμολόγια και αγχωμένα τηλεφωνήματα. Η δουλειά μου σε μια μικρή επιχείρηση εισαγωγών είχε μόλις ξεκινήσει, κι όμως ένιωθα σαν να κρατούσα ένα κομμάτι του ΑΕΠ στα χέρια μου. Σκεφτόμουν την κρίση που σημάδεψε τη γενιά μου, την ανεργία φίλων μου και το πώς μια σωστή επένδυση μπορεί να αλλάξει μια οικογένεια.
Ο Μάριος, ο προϊστάμενός μου, με περίμενε έξω από το τελωνείο. «Σήμερα θα δεις την αγορά όπως είναι πραγματικά», μου είπε, δείχνοντάς μου ένα φορτίο με ανταλλακτικά για φωτοβολταϊκά. «Αν καθυστερήσει, χάνουμε κέρδος και πελάτες. Και ο φόρος στην εισαγωγή δεν αστειεύεται». Τον ακολούθησα μέσα σε έναν θόρυβο από γερανούς και σειρήνες. Στο μυαλό μου έκανα υπολογισμούς: κόστος μεταφοράς, δασμοί, χρόνος παράδοσης, και στο τέλος το εισόδημα που περίμενε ο ιδιοκτήτης. «Και με τον πληθωρισμό, όλα ανεβαίνουν», πρόσθεσε ο Μάριος, σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου.
Στην αποθήκη, η Εύα από το λογιστήριο άνοιξε το λάπτοπ πάνω σε ένα παλέτο. «Η τράπεζα δεν ενέκρινε ακόμα την εγγυητική», είπε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. «Και το χρέος μας προς τον προμηθευτή πιέζει. Αν δεν πληρώσουμε αυτή την εβδομάδα, σταματάει να μας δίνει πίστωση». Ο Μάριος αναστέναξε. «Μπορούμε να καλύψουμε το κενό με ένα μικρό δάνειο;» Η Εύα κούνησε το κεφάλι. «Με τα επιτόκια έτσι, θα μας φάει. Εκτός αν φέρουμε νέο συμβόλαιο και δείξουμε σταθερό εισόδημα». Ένιωσα ένα σφίξιμο: δεν ήταν απλώς αριθμοί, ήταν άνθρωποι που δούλευαν για να κρατηθεί όρθια η επιχείρηση.
Το μεσημέρι, πήγαμε σε ένα καφενείο με θέα τα πλοία. Εκεί ο Μάριος μου μίλησε πιο ανοιχτά. «Ξέρεις γιατί επιμένω στο διεθνές εμπόριο; Γιατί η ελληνική αγορά είναι μικρή. Αν βρούμε πελάτες και έξω, το ρίσκο μοιράζεται». Έβγαλε από την τσέπη του ένα σημειωματάριο γεμάτο ονόματα και τιμές. «Ο ξάδελφός μου παίζει στο χρηματιστήριο και νομίζει ότι αυτό είναι επένδυση. Εγώ λέω ότι πραγματική επένδυση είναι να φτιάξεις σχέση εμπιστοσύνης με έναν προμηθευτή και να παραδώσεις στην ώρα σου». Τον άκουγα και σκεφτόμουν πόσο εύκολα μια καθυστέρηση στο λιμάνι μπορεί να μοιάζει με μικρή κρίση, που όμως μεγαλώνει.
Το απόγευμα, καθώς γυρίζαμε στην αποθήκη, μας πήρε τηλέφωνο ένας πελάτης από την Πάτρα. «Αν δεν έρθουν τα ανταλλακτικά μέχρι Παρασκευή, ακυρώνω», είπε κοφτά. Ο Μάριος άλλαξε τόνο, πιο ήρεμος. «Σας καταλαβαίνω. Αλλά αν ακυρώσετε, θα πληρώσετε κι εσείς περισσότερο αργότερα. Ο πληθωρισμός πιέζει και οι μεταφορές ακριβαίνουν». Έπειτα γύρισε σε μένα. «Βλέπεις; Η αγορά έχει μνήμη. Σήμερα σε πιέζουν, αύριο σε επιβραβεύουν αν σταθείς σωστός». Η Εύα μας έστειλε μήνυμα: η τράπεζα ζητούσε επιπλέον έγγραφα, αλλιώς η εκταμίευση θα πήγαινε για την επόμενη εβδομάδα.
Τότε πήρα μια ανάσα και είπα κάτι που δεν περίμενα από τον εαυτό μου. «Κι αν αλλάξουμε τη συμφωνία πληρωμής; Να δώσουμε προκαταβολή μικρότερη, αλλά να εγγυηθούμε σταθερές παραγγελίες για τρεις μήνες. Έτσι ο προμηθευτής βλέπει εισόδημα και εμείς δεν βουλιάζουμε σε νέο χρέος». Ο Μάριος με κοίταξε σιωπηλός, και για μια στιγμή φοβήθηκα ότι είπα ανοησία. Η Εύα όμως χαμογέλασε. «Αυτό είναι διαπραγμάτευση. Και είναι πιο καθαρή λύση από ένα δάνειο με κακό όρο». Ο Μάριος σήκωσε το τηλέφωνο αμέσως, και άρχισε να μιλάει στα αγγλικά, με εκείνη τη φωνή που δείχνει σιγουριά ακόμα κι όταν μέσα σου τρέμεις.
Το βράδυ, καθώς έκλεινα την αποθήκη, ένιωσα την κούραση να κάθεται στους ώμους μου, αλλά και μια παράξενη περηφάνια. Η οικονομία δεν ήταν πια ειδήσεις στην τηλεόραση. Ήταν ο φόρος που πρέπει να υπολογίσεις σωστά, το κέρδος που δεν είναι δεδομένο, η ανεργία που καραδοκεί όταν μια δουλειά χαθεί, και το ΑΕΠ που δεν ανεβαίνει μόνο με λόγια. Ήταν επίσης οι άνθρωποι: ο Μάριος που ρισκάρει καθημερινά, η Εύα που κρατάει τους αριθμούς στη θέση τους, κι εγώ που μαθαίνω ότι το διεθνές εμπόριο είναι σαν θάλασσα—αν την σεβαστείς, μπορεί να σε πάει μακριά.