Το βράδυ που ανέβηκα τα σκαλιά του παλιού νεοκλασικού στο κέντρο της Αθήνας, ένιωθα ότι κάτι θα αλλάξει. Το κτίριο είχε γίνει χώρος συνεργασίας για ελληνικές tech startups, με φωτεινές πινακίδες και ήχους από πληκτρολόγια. Κρατούσα τον φορητό υπολογιστή μου σαν να ήταν ασπίδα. Η τεχνολογία πάντα με τρόμαζε λίγο, όχι επειδή δεν τη χρησιμοποιούσα, αλλά επειδή ένιωθα πως όλοι οι άλλοι ήξεραν κάτι παραπάνω. Είχα έρθει για να βοηθήσω την ομάδα της Μαρίας, μια εφαρμογή που έδινε έξυπνες προτάσεις σε τουρίστες.
Η Μαρία με περίμενε στον τρίτο όροφο, δίπλα σε έναν πίνακα γεμάτο βελάκια και σημειώσεις. «Καλώς τον! Έχεις πέντε λεπτά να πάρεις ανάσα και μετά σε θέλω εδώ», μου είπε με το γνωστό της χαμόγελο. Δίπλα της ήταν ο Νίκος, ο προγραμματιστής, με ακουστικά και βλέμμα καρφωμένο στην οθόνη. «Το διαδίκτυο σήμερα κάνει παιχνίδια», γκρίνιαξε. «Η πλατφόρμα μας αργεί και τα δεδομένα έρχονται με καθυστέρηση». Εγώ κοίταξα το πρόγραμμα του demo που θα κάναμε σε επενδυτές και κατάπια το άγχος μου.
Στο τραπέζι υπήρχαν σημειώσεις για καινοτομία, αλλά και πρακτικές λεπτομέρειες: πού θα εμφανίζεται το κουμπί, τι θα γράφει το μήνυμα, πώς θα ζητά άδεια για το GPS. Η εφαρμογή έπρεπε να δείχνει «έξυπνη» χωρίς να γίνεται τρομακτική. «Θέλω να μιλάει σαν άνθρωπος», είπε η Μαρία. «Όχι σαν ρομπότ». Ο Νίκος σήκωσε τους ώμους. «Αν βάλουμε τεχνητή νοημοσύνη, ο αλγόριθμος θα χρειαστεί περισσότερη εκπαίδευση. Και το λογισμικό μας είναι ήδη οριακά». Η λέξη “αλγόριθμος” μου χτύπησε σαν ξένη γλώσσα, αλλά προσπάθησα να μη δείξω σύγχυση.
Λίγο αργότερα, όταν έσβησαν οι φωνές από τους άλλους ορόφους, μείναμε οι τρεις μας και ο ήχος του κλιματιστικού. Άνοιξα τον υπολογιστή και συνδέθηκα στο διαδίκτυο για να δω τα τελευταία logs. «Κοίτα εδώ», είπα και γύρισα την οθόνη προς τον Νίκο. «Κάποιος προσπαθεί να μπει με περίεργα requests». Ο Νίκος έβγαλε τα ακουστικά. «Αυτό δεν είναι απλή δυσλειτουργία. Μοιάζει με επίθεση». Η Μαρία άσπρισε. «Δηλαδή κινδυνεύουν οι χρήστες;» ρώτησε. Εγώ ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Κυβερνοασφάλεια δεν είχα σπουδάσει, αλλά είχα μάθει αρκετά για να φοβάμαι.
Ο Νίκος άνοιξε ένα εργαλείο παρακολούθησης και έδειξε τα ύποπτα IP. «Πρέπει να κλείσουμε προσωρινά μια υπηρεσία και να αλλάξουμε κλειδιά», είπε. Η Μαρία αντέδρασε: «Κι αύριο το πρωί έχουμε παρουσίαση! Αν πέσει η πλατφόρμα, χάσαμε». Σκέφτηκα τους μήνες δουλειάς της, τις μικρές νίκες, τα ξενύχτια, τις απογοητεύσεις. «Υπάρχει τρόπος να κάνουμε ασφαλή λειτουργία;» ρώτησα. Ο Νίκος με κοίταξε για πρώτη φορά σοβαρά. «Ναι. Θα περιορίσουμε τα δεδομένα που επιστρέφουμε, θα κρύψουμε ευαίσθητα endpoints και θα βάλουμε κανόνες στο firewall. Δεν είναι τέλειο, αλλά είναι βήμα». Η Μαρία πήρε μια βαθιά ανάσα. «Κάν’ το. Και μετά θα ξαναγράψουμε το κομμάτι της ασφάλειας σαν να είναι μέρος της καινοτομίας μας».
Δουλέψαμε μέχρι να χαράξει. Έβλεπα τον Νίκο να παλεύει με το λογισμικό σαν μουσικός που διορθώνει μια νότα λίγο πριν τη συναυλία. Εγώ έγραφα κείμενα για το πώς η εφαρμογή προστατεύει τον χρήστη, με απλές λέξεις, χωρίς πανικό. Στις έξι, η Μαρία έφερε καφέδες από ένα περίπτερο που μόλις άνοιγε. «Ξέρεις τι κατάλαβα;» μου είπε χαμηλόφωνα. «Ότι η ψηφιακή εποχή δεν είναι μόνο έξυπνες ιδέες. Είναι ευθύνη». Κοίταξα έξω τον δρόμο που ξυπνούσε, τα λεωφορεία, τους ανθρώπους με τα κινητά. Η τεχνολογία δεν ήταν πια κάτι μακρινό. Ήταν μια ιστορία που γράφαμε κι εμείς, με λάθη, διορθώσεις και λίγη παραπάνω τόλμη.
Το μεσημέρι, στην παρουσίαση, η Μαρία μίλησε καθαρά και ανθρώπινα. Έδειξε πώς η εφαρμογή προτείνει διαδρομές, πώς ο αλγόριθμος μαθαίνει από επιλογές χωρίς να αποθηκεύει περιττά δεδομένα, και πώς η κυβερνοασφάλεια είναι βασικό κομμάτι της εμπειρίας. Οι επενδυτές έκαναν δύσκολες ερωτήσεις, αλλά ο Νίκος απάντησε ήρεμα, σαν να είχε βρει επιτέλους ρυθμό. Όταν όλα τελείωσαν, με πλησίασε η Μαρία. «Χθες φοβήθηκα ότι θα καταρρεύσουμε», είπε. «Σήμερα νιώθω ότι μεγαλώσαμε». Κι εγώ, για πρώτη φορά, ένιωσα ότι χωράω κι εγώ μέσα σε αυτή την ψηφιακή Ελλάδα που αλλάζει.