Όταν γύρισα στο μικρό λιμάνι της Καλαμάτας μετά από χρόνια στην Αθήνα, περίμενα να με χτυπήσει η γνώριμη μυρωδιά της θάλασσας. Αντί γι’ αυτό, ένιωσα ένα περίεργο μείγμα πετρελαίου και σκουπιδιών. Το φως ήταν όμορφο, αλλά η ρύπανση φαινόταν σαν σκιά πάνω στο νερό. «Δεν το πιστεύω…» σκέφτηκα, κοιτάζοντας πλαστικά ποτήρια που κουνιόντουσαν με το κύμα. Το κλίμα είχε αλλάξει κι αυτό: πιο ζεστός αέρας, λιγότερο δροσιά. Ένιωθα θυμό και ενοχή μαζί, σαν να έλειψα τη στιγμή που χρειαζόταν προστασία.
Την ίδια μέρα συνάντησα τη Μαρία, παλιά μου φίλη, τώρα βιολόγο σε πρόγραμμα για το θαλάσσιο οικοσύστημα. Καθίσαμε σε ένα καφενείο δίπλα στη μαρίνα και μου έδειξε φωτογραφίες από τον βυθό. «Βλέπεις αυτά τα λιβάδια της ποσειδωνίας; Είναι σαν πνεύμονες. Αν τα χάσουμε, χάνεται η ζωή εδώ», είπε. Της απάντησα αυθόρμητα: «Και τι μπορούμε να κάνουμε; Μοιάζει τεράστιο». Η Μαρία χαμήλωσε τη φωνή. «Χρειαζόμαστε δράση, όχι μόνο αγανάκτηση. Θα έρθεις αύριο σε καθαρισμό;» Δεν ήθελα να πω “ναι” από ευγένεια. Ήθελα να νιώσω ότι ανήκω ξανά στη φύση.
Το επόμενο πρωί βρεθήκαμε στον όρμο μαζί με τον Νίκο, ψαρά που ήξερε κάθε βράχο. Έφερε γάντια, σακούλες και μια μεγάλη τσιμπίδα. «Εγώ δεν είμαι επιστήμονας», μου είπε, «αλλά βλέπω την αλλαγή. Παλιά έπιανα σαργούς· τώρα βγάζω δίχτυα με πλαστικό». Τον ρώτησα αν έχει ελπίδα. «Αν δεν κάνουμε ανακύκλωση σωστά και αν αφήνουμε τα σκουπίδια στις παραλίες, τι περιμένεις;» είπε και έδειξε έναν κάδο που ξεχείλιζε. Τότε κατάλαβα πως η βιωσιμότητα δεν είναι σύνθημα· είναι καθημερινή συνήθεια.
Καθώς περπατούσαμε στην άμμο, άκουγα τη θάλασσα να “τρίζει” κάτω από μικρά κομμάτια πλαστικού. Η Μαρία σταμάτησε και μου έδειξε ένα μπουκάλι μισοθαμμένο. «Αυτό ταξιδεύει χρόνια. Μικραίνει, γίνεται μικροπλαστικό, μπαίνει στα ψάρια». Ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι, γιατί ο πατέρας μου πάντα έλεγε πως “η θάλασσα μάς ταΐζει”. «Και η ενέργεια που ξοδεύεται για να φτιαχτούν όλα αυτά;» πρόσθεσε. Μιλήσαμε για ανανεώσιμες λύσεις και για το πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει μια ολόκληρη πόλη συνήθειες, ακόμα κι αν όλοι λένε ότι αγαπούν το περιβάλλον.
Το μεσημέρι, ο δήμος έστειλε έναν υπάλληλο να μας ρωτήσει τι κάνουμε. Ο Νίκος άναψε: «Κάνουμε αυτό που θα έπρεπε να κάνετε εσείς!». Η Μαρία τον ηρέμησε. «Δεν είναι μάχη πρόσωπο με πρόσωπο. Θέλουμε σχέδιο: καλύτερη διαχείριση απορριμμάτων, ενημέρωση, έλεγχο στα σκάφη, και συνεργασία με τα μαγαζιά», είπε. Ο υπάλληλος δίστασε, αλλά τελικά σημείωσε ιδέες. Εγώ, που συνήθως φοβάμαι τη σύγκρουση, βρήκα το θάρρος να πω: «Αν συνεχίσουμε έτσι, το οικοσύστημα θα καταρρεύσει και μαζί του η οικονομία της περιοχής. Η προστασία είναι επένδυση, όχι κόστος».
Το απόγευμα, καθίσαμε σε έναν βράχο και κοιτάξαμε τον κόλπο. Ο ήλιος έπεφτε, και για λίγο όλα έμοιαζαν όπως τα θυμόμουν παιδί. Όμως τώρα έβλεπα λεπτομέρειες: μια λεπτή γραμμή αφρού δίπλα στο λιμάνι, μια σακούλα που κόλλησε σε φύκια, ένα καΐκι που άφηνε πίσω του ίχνος. «Μερικές φορές νιώθω πως τρέχουμε πίσω από τη ζημιά», είπα. Η Μαρία χαμογέλασε κουρασμένα. «Ναι, αλλά κάθε σακούλα που μαζεύεις είναι μια μικρή αλλαγή. Και η αλλαγή φτιάχνει συνήθειες». Ο Νίκος πρόσθεσε: «Και συνήθειες φτιάχνουν μέλλον».
Την επόμενη εβδομάδα οργανώσαμε μια μικρή καμπάνια: αφίσες για ανακύκλωση, ένα εργαστήριο για παιδιά, και μια συνάντηση με επαγγελματίες τουρισμού ώστε να μειώσουν τα πλαστικά μιας χρήσης. Δεν ήταν εύκολο· κάποιοι γελούσαν, άλλοι έλεγαν “έλα μωρέ, έτσι είναι παντού”. Αλλά όταν ένα σχολείο ήρθε στον όρμο και τα παιδιά φώναζαν «να κρατήσουμε καθαρή τη θάλασσα!», ένιωσα κάτι να αλλάζει και μέσα μου. Το κλίμα μπορεί να γίνεται πιο σκληρό, η ρύπανση να μην εξαφανίζεται σε μια μέρα, όμως η βιωσιμότητα χτίζεται όπως ένα λιμάνι: πέτρα-πέτρα, με υπομονή και κοινή προσπάθεια, για να χωράει ξανά η φύση και οι άνθρωποι μαζί.