Το πρωί που αποφάσισα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στο διεθνές εμπόριο, ο Πειραιάς μύριζε αλάτι και πετρέλαιο, και τα καράβια έμοιαζαν σαν μεγάλα, αργά ζώα που ανασαίνουν. Στο μικρό γραφείο της επιχείρησής μας, ανάμεσα σε χαρτιά και δείγματα ελαιόλαδου, ένιωθα την οικονομία σαν κάτι ζωντανό: μια αγορά που δεν κοιμάται ποτέ. Το εισόδημά μου ήταν σταθερό αλλά όχι αρκετό για όνειρα, και μετά από χρόνια κρίση στην οικογένεια, φοβόμουν κάθε ρίσκο. Παρ’ όλα αυτά, μια επένδυση σε νέα συνεργασία μπορούσε να αλλάξει τα πάντα.
Ο θείος μου ο Μανώλης, που μιλάει για το ΑΕΠ λες και είναι ποδοσφαιρική ομάδα, κάθισε απέναντί μου με τον καφέ του. «Άκου, Νίκη», είπε, «η ανεργία μπορεί να πέφτει, αλλά ο πληθωρισμός τρώει τον κόσμο. Αν θες κέρδος, πρέπει να ανοίξεις δρόμους. Όχι μόνο εδώ, αλλά έξω». Του απάντησα χαμηλόφωνα: «Και αν χρεωθούμε; Ήδη έχουμε χρέος από παλιά». Εκείνος σήκωσε τους ώμους. «Το χρέος είναι εργαλείο, όχι κατάρα, αν το μετράς σωστά. Το θέμα είναι να διαβάζεις την αγορά».
Το ίδιο απόγευμα πήγα στην τράπεζα για να ρωτήσω για χρηματοδότηση. Η υπάλληλος, η κυρία Δέσποινα, είχε βλέμμα κουρασμένο αλλά καθαρό. «Θέλεις γραμμή για εξαγωγές;» με ρώτησε. «Θα χρειαστείς εγγυήσεις, και να υπολογίσεις φόρο, μεταφορικά, και τον κίνδυνο ισοτιμιών». Πίσω μου κάποιος γκρίνιαζε για τα επιτόκια, κι εγώ ένιωθα ότι όλη η χώρα στριμώχνεται σε μια ουρά. «Δεν είμαι μεγάλη εταιρεία», της είπα. «Μόνο μια μικρή επιχείρηση που θέλει να σταθεί». Η Δέσποινα χαμογέλασε λίγο. «Αυτό ακριβώς είναι η αγορά: πολλοί μικροί που προσπαθούν. Κάνε ένα σχέδιο και ξαναέλα».
Το βράδυ, στο σπίτι, άνοιξα τον υπολογιστή και κοίταξα ειδήσεις: η Ελλάδα μιλούσε πάλι για ανάπτυξη, αλλά και για νέους φόρους. Σε μια γωνιά της οθόνης έπαιζαν εικόνες από το χρηματιστήριο, με πράσινα και κόκκινα νούμερα να ανεβοκατεβαίνουν. Δεν θα έμπαινα εκεί, όχι ακόμα, όμως η ιδέα ότι οι αποφάσεις κάποιων άγνωστων επηρεάζουν το εισόδημα ενός αγρότη στη Μεσσηνία με τρόμαζε και με γοήτευε. Έγραψα σε ένα τετράδιο: «Στόχος: κέρδος χωρίς να πνιγούμε στο χρέος. Προσοχή στον πληθωρισμό. Υπολογισμός κόστους».
Δύο μέρες μετά είχα βιντεοκλήση με μια Ιταλίδα αγοραστή, τη Λουτσία. «Θέλω σταθερή ποιότητα και καθαρή τιμή», είπε στα αγγλικά, κι εγώ απάντησα όσο πιο ήρεμα μπορούσα. «Μπορούμε να δώσουμε δείγματα, και να συμφωνήσουμε σε ποσότητες ανά μήνα. Το κόστος μας έχει ανέβει λόγω πληθωρισμού, αλλά δεν θέλουμε να χάσουμε την αγορά». Ο Μανώλης, δίπλα μου, μου ψιθύρισε: «Μίλα για εμπόριο σαν σχέση, όχι σαν μάχη». Τότε είπα στη Λουτσία: «Για εμάς είναι συνεργασία. Αν κερδίσετε εσείς, θα σταθούμε κι εμείς».
Μετά τη συμφωνία, ήρθε η δύσκολη σκηνή: τα νούμερα. Στο γραφείο, με τιμολόγια και υπολογισμούς, ένιωθα το βάρος του φόρου και των μεταφορικών σαν πέτρα στο στήθος. «Αν καθυστερήσει η πληρωμή, η τράπεζα θα μας πιέσει», είπα. Ο Μανώλης ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι. «Γι’ αυτό βάζεις όρους. Και θυμήσου: το κέρδος δεν είναι μόνο χρήμα, είναι και σταθερότητα». Έξω ακουγόταν ο δρόμος, μηχανάκια, φωνές, μια πόλη που δεν περιμένει κανέναν. Για πρώτη φορά, όμως, δεν ένιωθα μικρή.
Ένα μήνα αργότερα, όταν έφυγε το πρώτο φορτίο, πήγα στο λιμάνι. Είδα τα κιβώτια με το λογότυπό μας και σκέφτηκα πώς μια απόφαση στο γραφείο μπορεί να αγγίξει τόσους ανθρώπους: τον παραγωγό, τον οδηγό, τον τελωνειακό, τον υπάλληλο της τράπεζας. Η οικονομία δεν ήταν πια μια λέξη στις ειδήσεις, αλλά μια αλυσίδα. Αν το ΑΕΠ ανεβαίνει ή αν η ανεργία ξαναγυρίσει, δεν είναι κάτι μακρινό· είναι το ίδιο μας το τραπέζι. Κι εγώ, με όλες τις αμφιβολίες, είχα κάνει το πρώτο βήμα στο διεθνές εμπόριο.