Το βράδυ που ξεκίνησαν όλα, ήμουν σε ένα coworking στο Μεταξουργείο, με τον υπολογιστή μου ανοιχτό και τον καφέ να έχει κρυώσει. Έξω ακουγόταν η πόλη σαν χαμηλό βουητό, αλλά μέσα επικρατούσε εκείνη η σιωπή που έχουν οι ομάδες λίγο πριν από μια μεγάλη παρουσίαση. Η startup μας έφτιαχνε μια εφαρμογή για μικρά μαγαζιά, ώστε να οργανώνουν παραγγελίες και αποθήκη από το κινητό. Η τεχνολογία μάς έδινε φτερά, αλλά ταυτόχρονα ένιωθα πως ένα λάθος μπορούσε να μας ρίξει.
Η Νεφέλη, η συνιδρύτρια, μου έστειλε μήνυμα: «Έλα στην αίθουσα, έχουμε θέμα». Την βρήκα μπροστά σε μια μεγάλη οθόνη, με το πρόσωπο σφιγμένο. Δίπλα της ο Μάριος, ο άνθρωπος της κυβερνοασφάλειας, χτυπούσε νευρικά το γραφείο. «Κάποιος δοκιμάζει να μπει στην πλατφόρμα μας», είπε. «Βλέπω ύποπτα αιτήματα στο διαδίκτυο. Αν περάσει, τα δεδομένα πελατών θα είναι εκτεθειμένα». Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Δεν ήταν πια θεωρία.
Ανοίξαμε το λογισμικό παρακολούθησης και είδαμε γραμμές με καταγραφές να τρέχουν σαν βροχή. «Ο αλγόριθμος ανίχνευσης επιθέσεων τον έπιασε νωρίς», είπε ο Μάριος, «αλλά έχουμε τρύπα στο πρόγραμμα που τρέχει την επιβεβαίωση χρήστη». Η Νεφέλη γύρισε προς εμένα. «Μπορείς να κάνεις αλλαγή τώρα; Χρειαζόμαστε καινοτομία, αλλά όχι εις βάρος της ασφάλειας». Σκέφτηκα τις εβδομάδες που κυνηγούσαμε νέα features, και το πόσο εύκολα αγνοείς τη λεπτομέρεια όταν βιάζεσαι.
«Θα το κλείσω προσωρινά και θα βάλω δεύτερο έλεγχο», είπα, πιο σίγουρος απ’ όσο ένιωθα. Πληκτρολόγησα γρήγορα, δοκιμάζοντας στον υπολογιστή μου ένα νέο ψηφιακό φίλτρο. «Αν κάνουμε αυτό, κάποιοι χρήστες θα δυσανασχετήσουν», είπε η Νεφέλη. «Καλύτερα να δυσανασχετήσουν παρά να χάσουν εμπιστοσύνη», απάντησε ο Μάριος. Έκανε παύση και συνέχισε: «Και να θυμάστε, η τεχνητή νοημοσύνη που βάλαμε για προτάσεις προϊόντων δεν φταίει· το θέμα είναι πώς προστατεύουμε τα κανάλια πρόσβασης».
Η συζήτηση άναψε. «Η τεχνητή νοημοσύνη όμως μαζεύει πολλά δεδομένα», είπε η Νεφέλη. «Αν κάποιος τα πάρει, μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για τις συνήθειες των μαγαζιών». Την κοίταξα και ένιωσα το βάρος της ευθύνης. Δεν φτιάχναμε απλώς μια εφαρμογή· χτίζαμε σχέση με ανθρώπους που εμπιστεύονταν τον ψηφιακό τρόπο δουλειάς μας. «Θα περιορίσουμε τα δεδομένα που αποθηκεύουμε», πρότεινα. «Και θα κάνουμε ανωνυμοποίηση στα στατιστικά». Ο Μάριος κούνησε το κεφάλι. «Και θα περάσουμε έλεγχο κώδικα. Ένα καλό πρόγραμμα δεν είναι μόνο γρήγορο· είναι και καθαρό».
Μέχρι να ξημερώσει, είχαμε εφαρμόσει τις αλλαγές, και ο Μάριος έτρεξε δοκιμές με σενάρια επίθεσης. Στην κουζίνα του coworking, το φως ήταν κίτρινο και κουρασμένο. Η Νεφέλη, με μια κουβέρτα στους ώμους, είπε χαμηλόφωνα: «Ξέρεις τι με τρομάζει; Ότι στην Ελλάδα όλοι μιλάνε για καινοτομία, αλλά λίγοι μιλάνε για ευθύνη». Της απάντησα: «Ίσως αυτό είναι το επόμενο βήμα της σκηνής μας. Όχι μόνο να φτιάχνουμε πλατφόρμες, αλλά να τις φτιάχνουμε σωστά». Εκείνη χαμογέλασε, σαν να ξαναβρήκε αέρα.
Το πρωί, όταν βγήκαμε στον δρόμο, η Αθήνα μύριζε φρέσκο ψωμί από το φούρνο της γωνίας. Έλαβα ειδοποίηση στο κινητό: «Καμία νέα ύποπτη δραστηριότητα». Ένιωσα ανακούφιση, αλλά και μια περίεργη ωριμότητα, σαν να μεγάλωσα μέσα σε μια νύχτα. Η τεχνολογία δεν ήταν πια μόνο ιδέες και παρουσιάσεις. Ήταν επιλογές, όρια, και καθημερινές αποφάσεις για το πώς θα χρησιμοποιηθεί το διαδίκτυο, πώς θα χειριστούμε τα δεδομένα, και πώς θα σεβαστούμε τους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς. Και καθώς περπατούσα προς το μετρό, υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι η επόμενη καινοτομία μας θα ξεκινούσε από την ασφάλεια.