Τη Δευτέρα το πρωί, πριν καν ανοίξουν καλά-καλά τα καφέ, η γειτονιά μου στην Καισαριανή έβραζε από συζητήσεις για το επερχόμενο δημοψήφισμα. Στους τοίχους είχαν κολλήσει αφίσες από κάθε κόμμα, και οι λέξεις «δημοκρατία» και «δικαίωμα» έμοιαζαν να γλιστρούν μέσα από τα παράθυρα μαζί με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου κουλουριού. Εγώ ένιωθα μπερδεμένος. Η πολιτική πάντα με τραβούσε, αλλά αυτή τη φορά η απόφαση δεν ήταν θεωρία: θα επηρέαζε έναν νέο νόμο για τη διαχείριση των δημοτικών υπηρεσιών. Στο κινητό μου είχα ήδη τρία μηνύματα από φίλους που μου έλεγαν «μην το αφήσεις, η ψήφος σου μετράει».
Το απόγευμα κατέβηκα στο καφενείο του Στέλιου, όπου συνήθως συζητάμε για μπάλα, όχι για ψηφοφορία. Εκεί ήταν και η Μαρίνα, που δουλεύει σε ΜΚΟ και λατρεύει τις λεπτομέρειες της δημόσιας πολιτικής. «Δεν είναι απλό ‘ναι’ ή ‘όχι’», μου είπε, ακουμπώντας έναν φάκελο γεμάτο σημειώσεις. «Η κυβέρνηση λέει ότι έτσι θα υπάρχει καλύτερος έλεγχος. Άλλοι φοβούνται ότι θα συγκεντρωθεί δύναμη σε λίγα χέρια. Και το κοινοβούλιο έχει ήδη κάνει έντονες συζητήσεις». Ο Στέλιος γέλασε: «Εγώ θέλω να ξέρω μόνο αν θα αλλάξει κάτι πραγματικά. Γιατί ο πρωθυπουργός μιλάει ωραία, αλλά ο κόσμος θέλει πράξεις». Τον άκουσα και ένιωσα ότι, σαν πολίτης, οφείλω να καταλάβω, όχι μόνο να διαλέξω στρατόπεδο.
Την Τρίτη πήγα σε μια ανοιχτή ενημέρωση στο πολιτιστικό κέντρο. Ένας τοπικός υπουργός είχε έρθει να μιλήσει, μαζί με μια καθηγήτρια συνταγματικού δικαίου. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, με ανθρώπους κάθε ηλικίας—φοιτητές, συνταξιούχους, νέες μητέρες με καρότσια. Ο υπουργός προσπάθησε να είναι ήρεμος: «Το δημοψήφισμα είναι εργαλείο της δημοκρατίας. Δεν αντικαθιστά τις εκλογές, αλλά δίνει φωνή άμεσα στους πολίτες». Κάποιος από το πίσω μέρος φώναξε: «Και ποιος εγγυάται ότι ο νόμος δεν θα αλλάξει μετά;». Η καθηγήτρια απάντησε πως υπάρχουν συνταγματικές δικλίδες, αλλά τίποτα δεν λειτουργεί χωρίς ενεργή συμμετοχή. Εκεί, για πρώτη φορά, κατάλαβα ότι η διαδικασία δεν είναι μόνο κάλπη· είναι και συζήτηση, έλεγχος, ευθύνη.
Μετά την εκδήλωση, περπατήσαμε με τη Μαρίνα μέχρι τη στάση. «Εσύ τι θα ψηφίσεις;» τη ρώτησα. Κοίταξε κάτω, σαν να ζύγιζε κάθε λέξη. «Θέλω να στηρίξω την ιδέα της αλλαγής, αλλά με φοβίζει η ασάφεια. Όταν η κυβέρνηση μιλάει γενικά, το κενό γεμίζει από υποσχέσεις. Κι έπειτα, το κόμμα μου πιέζει να ακολουθήσω τη γραμμή. Όμως εγώ θέλω να αποφασίσω σαν πολίτης, όχι σαν οπαδός». Την άκουσα και μου ήρθε στο μυαλό ο πατέρας μου, που έλεγε ότι η ψήφος είναι προσωπική υπόθεση. Εκείνο το βράδυ διάβασα ξανά το κείμενο της πρότασης, σημείωσα ερωτήσεις, και ένιωσα ένα παράξενο μείγμα φόβου και δύναμης.
Την Πέμπτη, στο γραφείο, ο συνάδελφός μου ο Άρης άνοιξε θέμα την «αξιοπιστία των θεσμών». «Το κοινοβούλιο τσακώνεται, οι υπουργοί αλλάζουν, κι εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε σε μια εβδομάδα», είπε. Εγώ του απάντησα πως ίσως αυτό είναι το νόημα: να μη μένουμε θεατές. «Αν δεν συμμετέχουμε, τότε ποιος;» Ο Άρης σήκωσε τους ώμους: «Δεν ξέρω. Απλώς νιώθω ότι η πολιτική είναι παιχνίδι για λίγους». Του είπα ότι κι εγώ έτσι ένιωθα κάποτε, αλλά η ιδέα του δημοψηφίσματος με ανάγκασε να κοιτάξω πιο προσεκτικά πώς φτιάχνεται ένας νόμος, πώς εφαρμόζεται, και ποιος λογοδοτεί. Για πρώτη φορά μιλήσαμε χωρίς ειρωνεία, σαν να ψάχναμε πραγματικά μια κοινή βάση.
Την Κυριακή, στην ουρά του εκλογικού τμήματος, παρατήρησα πόσο διαφορετικοί είμαστε όλοι κι όμως στεκόμαστε στο ίδιο σημείο. Μια ηλικιωμένη μπροστά μου κρατούσε τα χαρτιά της σφιχτά. «Παιδί μου», μου είπε, «η δημοκρατία δεν χαρίζεται, κερδίζεται κάθε φορά». Μέσα στην αίθουσα, η επιτροπή ήταν τυπική, σχεδόν τελετουργική. Πήρα το ψηφοδέλτιο, μπήκα στο παραβάν, και άκουσα τον εαυτό μου να σκέφτεται: δεν ψηφίζω για να αποδείξω πίστη σε κόμμα ή σε κυβέρνηση, αλλά για να υπερασπιστώ το δικαίωμα να συμμετέχω. Όταν έριξα τον φάκελο στην κάλπη, δεν ένιωσα θρίαμβο. Ένιωσα ηρεμία, σαν να έβαλα μια μικρή, αλλά αληθινή υπογραφή στο κοινό μας μέλλον.
Το βράδυ, τα αποτελέσματα άρχισαν να βγαίνουν και τα κανάλια μιλούσαν ασταμάτητα για «μήνυμα προς τον πρωθυπουργό» και «νέα εποχή». Εγώ κάθισα στο μπαλκόνι με τη Μαρίνα και τον Στέλιο. «Και τώρα;» ρώτησε ο Στέλιος, ανάβοντας τσιγάρο. Η Μαρίνα χαμογέλασε κουρασμένα: «Τώρα αρχίζει η δουλειά. Ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί, να ελεγχθεί, να διορθωθεί αν χρειαστεί. Η δημόσια πολιτική δεν τελειώνει με την κάλπη». Τους άκουγα και ένιωθα ότι, όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα, η πιο σημαντική αλλαγή είχε γίνει μέσα μου: είχα σταματήσει να σκέφτομαι την πολιτική σαν θόρυβο και την έβλεπα σαν καθημερινή ευθύνη ενός πολίτη.