Το πρώτο πρωινό του Ιουνίου, στάθηκα στο μπαλκόνι του μικρού μας ξενοδοχείου στην Νάξο και άκουγα τη θάλασσα σαν να μου μιλούσε. Η σεζόν ξεκινούσε, αλλά εγώ δεν ένιωθα ελαφρύς. Στο τετράδιο με τους αριθμούς είχα γράψει με κόκκινο: χρέος, φόρος, κόστος προμηθευτών. Η οικονομία μπορεί να ακούγεται σαν κάτι μακρινό, αλλά εδώ, στην αυλή με τις γλάστρες και τα λευκά σεντόνια, ήταν κάθε απόφαση. Η αγορά του νησιού είχε αλλάξει· όλα είχαν ακριβύνει, ο πληθωρισμός έτρωγε το εισόδημα πριν καν το δω στον λογαριασμό.
Η αδερφή μου, η Άννα, κατέβηκε με δύο καφέδες και το κινητό στο χέρι. «Έχουμε τρεις ακυρώσεις, αλλά και δύο κρατήσεις τελευταίας στιγμής», είπε και προσπάθησε να χαμογελάσει. «Αν η τουριστική κίνηση πάει καλά, θα κλείσουμε την τρύπα». Εγώ έγνεψα, αλλά σκεφτόμουν την περσινή κρίση, όταν μια κακοκαιρία και δύο κακές κριτικές μας έριξαν έξω από τα πρώτα αποτελέσματα. «Δεν είναι μόνο οι κρατήσεις», της είπα. «Είναι και η ανεργία στην Αθήνα· πολλοί Έλληνες δεν μπορούν να έρθουν όπως παλιά. Και οι ξένοι ζητούν εκπτώσεις». Η Άννα μου έδειξε μια οθόνη με τιμές ανταγωνιστών: «Η αγορά είναι σκληρή. Πρέπει να γίνουμε πιο έξυπνοι».
Το μεσημέρι πήγα στην τράπεζα του νησιού. Ο διευθυντής, ο κύριος Μάρκος, με γνώριζε από παιδί και όμως μιλούσε σαν να ήμουν πελάτης σε μεγάλη επιχείρηση. «Νίκο, το δάνειο θέλει σταθερές δόσεις. Αν καθυστερήσεις, οι τόκοι θα σε πιέσουν», είπε. Του εξήγησα ότι θέλω μια μικρή επένδυση: να αλλάξω τα κλιματιστικά, να βάλω ηλιακό, να φτιάξω καλύτερο site. «Θα αυξήσει το κέρδος σε δύο χρόνια», επέμεινα. Εκείνος σήκωσε τα φρύδια. «Δείξε μου νούμερα. Πόσο θα ανέβει το ΑΕΠ της δικής σου μικρής οικονομίας;» αστειεύτηκε, αλλά το βλέμμα του ήταν σοβαρό.
Γυρίζοντας, πέρασα από το λιμάνι, όπου ο φίλος μου ο Πέτρος ξεφόρτωνε κιβώτια με κρασί. Κάνει εμπόριο και ξέρει τι σημαίνει να τρέχεις πίσω από προθεσμίες. «Πώς πάει;» τον ρώτησα. «Η αγορά έχει νεύρα», απάντησε. «Τα μεταφορικά ανέβηκαν, ο πληθωρισμός μας πιέζει, και οι πελάτες διαπραγματεύονται μέχρι το τελευταίο ευρώ». Με τράβηξε στην άκρη. «Σκέφτεσαι επένδυση; Πρόσεχε, γιατί αν κυνηγάς μόνο το κέρδος, ξεχνάς την αντοχή. Και κοίτα το χρηματιστήριο… όλοι μιλάνε για εύκολα λεφτά, αλλά εγώ είδα ανθρώπους να χάνουν σε μια μέρα». Τα λόγια του έμειναν μέσα μου σαν άμμος στα παπούτσια.
Το βράδυ καθίσαμε οι τρεις μας στην ταράτσα: εγώ, η Άννα και η μητέρα μας, η οποία κρατάει ακόμα τα παλιά βιβλία. «Όταν ο πατέρας σας άνοιξε το ξενοδοχείο, δεν είχε τίποτα», είπε, χαϊδεύοντας το τεφτέρι. «Μόνο πείσμα και καθαρή δουλειά». Η Άννα της απάντησε: «Τώρα όμως η οικονομία είναι άλλη. Οι φόροι αλλάζουν, οι πλατφόρμες παίρνουν προμήθεια, και ο ανταγωνισμός είναι παγκόσμιος». Εγώ τους είπα για την τράπεζα και για το χρέος. Η μητέρα αναστέναξε. «Η κρίση μας έμαθε να μετράμε. Αλλά μην φοβάστε να μεγαλώσετε, αρκεί να ξέρετε γιατί το κάνετε».
Την επόμενη μέρα, είχαμε συνάντηση με μια ταξιδιωτική πράκτορα, τη Στέλλα, που ήρθε με λάπτοπ και μια στοίβα προτάσεις. «Θέλω να σας βάλω σε πακέτα για οικογένειες και για ανθρώπους που δουλεύουν από απόσταση», είπε. «Αν ρίξετε λίγο την τιμή στις αρχές, θα γεμίσετε. Μετά ανεβάζετε». Η Άννα ρώτησε: «Και το κέρδος;» Η Στέλλα χαμογέλασε: «Το κέρδος δεν είναι μόνο η τιμή. Είναι οι καλές κριτικές, η σταθερότητα, η εικόνα. Το εισόδημα θα έρθει αν χτίσετε σχέση». Εγώ σκέφτηκα ότι η λέξη “αγορά” δεν είναι μόνο αριθμοί· είναι εμπιστοσύνη.
Στο τέλος της εβδομάδας, κάθισα μόνος στο γραφείο, με ανοιχτά τα emails και τον ήχο από βαλίτσες στον διάδρομο. Έφτιαξα έναν πίνακα: έσοδα, έξοδα, φόρος, δόσεις, μικρό αποθεματικό για δύσκολους μήνες. Δεν ήθελα να παίζω τον ήρωα ούτε να κυνηγάω όνειρα τύπου χρηματιστήριο. Ήθελα μια επιχείρηση που να αντέχει, ακόμα κι αν η αγορά γυρίσει ή αν έρθει άλλη κρίση. Όταν υπέγραψα την αίτηση για το νέο πρόγραμμα δανειοδότησης στην τράπεζα, ένιωσα φόβο, αλλά και μια ήρεμη αποφασιστικότητα: να κάνω την επένδυση σωστά, με σχέδιο, για να μειώσω το χρέος και να κρατήσω ζωντανό το σπίτι μας.