Όταν έφτασα στην Ικαρία για λίγες μέρες άδεια, ήμουν σίγουρος πως θα ξεκουραστώ “όπως να ’ναι”. Στην Αθήνα ζούσα με βιαστικά σάντουιτς, καφέδες και άγχος, και το σώμα μου το έδειχνε: κούραση, πόνοι στον αυχένα, και μια περίεργη δύσπνοια στις σκάλες του μετρό. Η υγεία μου δεν ήταν πια κάτι θεωρητικό. Το ένιωθα στο δέρμα μου. Και το χειρότερο; Προσπαθούσα να το αγνοήσω, λέγοντας πως “είναι η δουλειά”.
Στο χωριό με περίμενε η θεία μου, η Μαρία, που μιλούσε για διατροφή και ευεξία σαν να ήταν καθημερινή προσευχή. Το πρώτο βράδυ έβαλε στο τραπέζι φακές, σαλάτα με λάδι, ψωμί ζυμωτό και λίγη φέτα. «Εδώ, η μακροζωία δεν είναι μυστικό», μου είπε, γεμίζοντας το ποτήρι μου με νερό και όχι με κρασί, όπως περίμενα. «Είναι συνήθειες: άσκηση, καλός ύπνος, παρέα και πρόληψη». Την άκουγα και μέσα μου γελούσα, μέχρι που είδα τον θείο να σηκώνεται, να μαζεύει τα πιάτα και μετά να βγαίνει για έναν περίπατο σαν να ήταν το πιο φυσιολογικό πράγμα.
Την επόμενη μέρα, στην πλατεία, γνώρισα τον Νίκο, έναν γιατρό που είχε γυρίσει στο νησί μετά από χρόνια στο νοσοκομείο της Σάμου. Καθόταν στο καφενείο με ένα τετράδιο και σημείωνε κάτι. Η θεία με σύστησε και, πριν προλάβω να πω “χαίρω πολύ”, εκείνος με κοίταξε προσεκτικά. «Σφίγγεις τους ώμους σου σαν να κουβαλάς σακί», είπε. «Πώς πάει η ψυχική υγεία στην πρωτεύουσα;» Κόμπιασα. «Ε… τρέχω συνέχεια. Δεν είμαι ασθενής», απάντησα αμυντικά. Ο Νίκος χαμογέλασε ήρεμα. «Η ασθένεια δεν φωνάζει πάντα. Μερικές φορές ψιθυρίζει. Γι’ αυτό κάνουμε πρόληψη πριν χρειαστεί θεραπεία ή φάρμακο».
Αργότερα, με πήρε μαζί του σε μια μικρή διαδρομή ως το ξωκλήσι. «Δεν είναι γυμναστήριο, είναι ζωή», είπε, όταν τον ρώτησα αν κάνει ειδική άσκηση. Η ανηφόρα μού φάνηκε ατελείωτη. Στα μισά σταμάτησα, προσπαθώντας να κρύψω την ανάσα μου. «Βλέπεις;» μου είπε χωρίς ειρωνεία. «Το σώμα σου ζητάει να το ακούσεις. Η γήρανση δεν είναι μόνο ρυτίδες. Είναι και το πώς αναρρώνεις, το πώς κοιμάσαι, το πώς τρως». Ένιωσα ντροπή, αλλά και μια παράξενη ελπίδα, σαν να μου έδινε κάποιος χάρτη που είχα χάσει.
Το ίδιο απόγευμα πέρασε από το ιατρείο του μια ηλικιωμένη, η κυρά-Ελένη. Είχε ένα επίμονο βήχα και φοβόταν ότι θα καταλήξει στο νοσοκομείο. «Δεν θέλω άλλα τρεξίματα», είπε, σφίγγοντας το μαντήλι της. Ο Νίκος την εξέτασε προσεκτικά. «Δεν βλέπω κάτι σοβαρό, αλλά θέλω να κάνουμε κάποιες εξετάσεις για να είμαστε σίγουροι. Αν χρειαστεί, υπάρχει θεραπεία», της είπε. Εκείνη γύρισε προς εμένα. «Να τον ακούς τον γιατρό, παιδί μου. Κι εγώ μικρή νόμιζα πως η υγεία είναι δεδομένη. Μετά από μια ασθένεια, κατάλαβα ότι θέλει φροντίδα, όχι φόβο».
Το βράδυ, στο σπίτι, άνοιξα κουβέντα με τη θεία. «Δηλαδή δεν παίρνετε ποτέ φάρμακο εδώ;» ρώτησα. Γέλασε. «Φυσικά και παίρνουμε όταν χρειάζεται. Η ιατρική είναι δώρο. Αλλά δεν περιμένουμε να μας σώσει στο παρά πέντε. Η διατροφή μας βοηθάει, το περπάτημα μας κρατάει, και η παρέα μάς ισορροπεί». Σκέφτηκα πόσο συχνά έτρωγα μόνος μπροστά σε μια οθόνη. Εκείνο το βράδυ, κοιμήθηκα νωρίς, χωρίς να χαζεύω στο κινητό, και ξύπνησα με καθαρό κεφάλι.
Την τελευταία μέρα, περπατούσα πάλι προς την πλατεία, αυτή τη φορά χωρίς να σταματάω κάθε λίγα μέτρα. Ο Νίκος με είδε και σήκωσε το χέρι. «Πώς πάει;» φώναξε. «Σαν να ξεκινάω από την αρχή», του απάντησα. «Και είναι περίεργα καλό». Εκείνος ένευσε. «Η μακροζωία δεν είναι μόνο χρόνια. Είναι ποιότητα. Μικρές επιλογές κάθε μέρα: λίγη άσκηση, καλύτερη διατροφή, λιγότερο άγχος, περισσότερη σύνδεση. Έτσι καθυστερείς τη γήρανση, όχι με μαγικά». Καθώς έπινα μια γουλιά νερό και κοιτούσα τα βουνά, ένιωσα ότι για πρώτη φορά δεν έκανα διακοπές από τη ζωή μου—έκανα πρόβα για μια πιο καλή ζωή.