Όταν γύρισα στο χωριό μου στην Εύβοια μετά από χρόνια στην Αθήνα, η πρώτη εικόνα που με χτύπησε ήταν το βουνό. Δεν έμοιαζε ίδιο. Εκεί που θυμόμουν πυκνή φύση, τώρα υπήρχαν φαρδιές λωρίδες από χώμα, σαν πληγές, και πιο ψηλά διακρίνονταν οι βάσεις για νέες ανεμογεννήτριες. Ο αέρας μύριζε πεύκο, αλλά και σκόνη. Σκέφτηκα το κλίμα που αλλάζει, τις φωτιές που είχαμε ζήσει, και αναρωτήθηκα αν αυτή η αλλαγή ήταν λύση ή απλώς άλλη μια πίεση στο οικοσύστημα.
Στην πλατεία, βρήκα τον Μανώλη, παιδικό φίλο και τώρα δημοτικό υπάλληλο. «Γύρισες για διακοπές ή για μάχη;» μου είπε μισογελώντας. «Για να δω τι γίνεται», απάντησα. Εκείνος έδειξε προς το βουνό. «Λένε ότι η ανανεώσιμη ενέργεια θα μας σώσει. Άλλοι λένε ότι η εγκατάσταση καταστρέφει το δάσος και φέρνει θόρυβο». Στο διπλανό τραπέζι, μια κυρία άφησε κάτω την εφημερίδα και πέταξε: «Και ποιος θα μας προστατεύσει όταν ξεκινήσει η διάβρωση και τρέχουν τα νερά;». Ένιωσα να με τραβάει η ένταση, σαν να ήμουν πάλι μαθητής σε καυγά.
Το απόγευμα πήγα στο παλιό μονοπάτι που οδηγεί στο ξωκλήσι. Εκεί συνάντησα την Ελένη, δασολόγο που είχε επιστρέψει πρόσφατα. Κρατούσε σημειωματάριο και μετρούσε κάτι με μια εφαρμογή στο κινητό. «Μετράς τα δέντρα;» τη ρώτησα. «Μετράω τις ζημιές και τις αντοχές», είπε. «Η βιωσιμότητα δεν είναι μόνο να βάλεις ανεμογεννήτριες. Είναι να δεις πού, πώς και με τι κόστος για το περιβάλλον». Μου έδειξε χαρακιές στο χώμα από τα φορτηγά και μου εξήγησε πως η ρύπανση δεν είναι πάντα καπνός· είναι και τα λάδια, ο θόρυβος, η σκόνη που μπαίνει στα ρέματα.
Την επόμενη μέρα έγινε ανοιχτή συζήτηση στο σχολείο. Εγώ κάθισα πίσω, αλλά άκουγα με προσοχή. Ένας μηχανικός της εταιρείας είπε: «Η ενέργεια που θα παράγουμε θα μειώσει την εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα. Θα έχουμε καθαρότερο αέρα και λιγότερη ρύπανση». Ο Μανώλης σηκώθηκε: «Και τι θα γίνει με τους δρόμους που ανοίγετε; Με τα πουλιά; Με τις πηγές;». Η Ελένη πήρε τον λόγο πιο ήρεμα. «Θέλουμε ανανεώσιμη λύση, αλλά θέλουμε και προστασία του οικοσυστήματος. Να υπάρχει σχέδιο αποκατάστασης, παρακολούθηση, και πραγματική διαφάνεια». Κάποιος φώναξε από πίσω: «Όλο λόγια!». Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, γιατί ήξερα ότι όλοι είχαν ένα κομμάτι αλήθειας.
Μετά τη συνέλευση περπατήσαμε οι τρεις μας ως το σημείο που θα έμπαινε η νέα γραμμή μεταφοράς. Η νύχτα είχε καθαρό ουρανό, αλλά τα φώτα των μηχανημάτων έκαναν το βουνό να μοιάζει εργοτάξιο σε ταινία. «Δεν θέλω να είμαι εναντίον της αλλαγής», είπα, «αλλά φοβάμαι ότι τρέχουμε χωρίς να ακούμε». Ο Μανώλης κλώτσησε μια πέτρα. «Εγώ φοβάμαι ότι αν πούμε όχι, θα μείνουμε πίσω και θα συνεχίσουμε να πληρώνουμε ακριβά ρεύμα». Η Ελένη στάθηκε και μας κοίταξε. «Υπάρχουν τρόποι: μικρότερες παρεμβάσεις, καλύτερη χωροθέτηση, και παράλληλα μέτρα. Για παράδειγμα, να δεσμευτεί η εταιρεία για ανακύκλωση υλικών, για καθαρισμούς, για έργα νερού, και για εκπαίδευση στο σχολείο». Η ιδέα ότι η λύση μπορεί να είναι σύνθετη, όχι ένα απλό “ναι” ή “όχι”, μου έδωσε μια μικρή ανάσα.
Τις επόμενες εβδομάδες άρχισα να βοηθάω σε μια τοπική ομάδα. Μαζεύαμε σκουπίδια από τα ρέματα, καταγράφαμε σημεία με παράνομες χωματερές και πιέζαμε τον δήμο για καλύτερη διαχείριση αποβλήτων. Δεν ήταν μόνο θέμα ανεμογεννητριών· ήταν όλο το σύστημα. Σε μια δράση, ένα παιδί με ρώτησε: «Και θα σωθεί η φύση;». Του απάντησα όπως ένιωθα: «Αν τη βλέπουμε σαν σπίτι μας, όχι σαν φόντο, τότε ναι, έχουμε ελπίδα». Όταν γύρισα σπίτι, άκουσα τον αέρα να δυναμώνει. Σκέφτηκα ότι η ενέργεια που φυσάει πάνω από τα κεφάλια μας μπορεί να γίνει καλό ή κακό, ανάλογα με το πόσο σοβαρά παίρνουμε το περιβάλλον, τη βιωσιμότητα και την πραγματική προστασία του τόπου μας.