Την πρώτη φορά που πάτησα στο δικαστήριο, δεν πήγα από περιέργεια αλλά από ανάγκη. Ήταν μια υγρή Δευτέρα στην Αθήνα, με εκείνη τη γκρίζα μυρωδιά από βρεγμένο πεζοδρόμιο και καφέ από τα περίπτερα. Κρατούσα έναν φάκελο με σημειώσεις και μια πρόσκληση για ακρόαση, κι ένιωθα το στομάχι μου δεμένο κόμπο. Ο φίλος μου ο Μανώλης είχε συλληφθεί σε μια πορεία και τώρα προσπαθούσε να αποδείξει ότι το δικαίωμα στη διαμαρτυρία δεν είναι απλή λέξη αλλά προστασία που εγγυάται το σύνταγμα. Εγώ ήμουν μάρτυρας.
Στο διάδρομο του κτιρίου, η δικηγόρος του, η κυρία Κεραμίδα, μας περίμενε με ένα μπλε ντοσιέ γεμάτο χαρτιά. «Μην πανικοβάλλεστε», είπε ήρεμα. «Θα γίνει δίκη, θα ακουστούν όλα, και το δίκαιο δεν είναι μόνο αυστηρό· είναι και λογικό όταν το αφήνεις να δουλέψει». Ο Μανώλης έσφιγγε τα δάχτυλά του. «Έχω κατηγορία για “αντίσταση” και “διατάραξη”», μου ψιθύρισε. «Κι αν με βγάλουν ένοχο;» Η δικηγόρος τον κοίταξε σταθερά. «Το βάρος είναι στην κατηγορία. Εσύ ξεκινάς αθώος. Αυτό είναι βασικό σε κάθε νόμος που σέβεται τη δικαιοσύνη».
Μπήκαμε στην αίθουσα και με χτύπησε η σιωπή σαν κρύο ρεύμα. Ξύλινα έδρανα, χαμηλά φώτα, ψίθυροι που κόβονταν μόλις άνοιγε η πόρτα. Έβλεπα ανθρώπους διαφορετικούς: μια ηλικιωμένη με το παιδί της, έναν νεαρό με γραβάτα που έτριβε τα μάτια του, δυο αστυνομικούς στη γωνία. Σκεφτόμουν πόσες ιστορίες χωρούν σε ένα δικαστήριο και πόσο εύκολα μια στιγμή σε σπρώχνει να ζητήσεις προστασία από το δίκαιο. Η κυρία Κεραμίδα μου εξήγησε χαμηλόφωνα τη διαδικασία: «Θα ακουστεί ο μάρτυρας, μετά οι ερωτήσεις, κι έπειτα ο δικαστής θα βγάλει απόφαση. Δεν είναι θέατρο, αλλά έχει κανόνες».
Όταν ήρθε η σειρά μου, ανέβηκα και είπα την αλήθεια όπως την είχα δει. «Ήμασταν στο Σύνταγμα, η πορεία ήταν ήρεμη. Ο Μανώλης φώναζε συνθήματα και κρατούσε ένα πανό. Κάποια στιγμή έγινε ένταση, κάποιος έσπρωξε, αλλά όχι αυτός». Ο εισαγγελέας με ρώτησε κοφτά: «Είδατε τον κατηγορούμενο να χτυπάει αστυνομικό;» Ένιωσα ιδρώτα στις παλάμες. «Όχι», απάντησα. Η δικηγόρος σηκώθηκε: «Κύριε μάρτυρα, υπήρχε λόγος να φοβάστε ότι θα σας συλλάβουν κι εσάς;» «Ναι», είπα. «Γιατί όταν ανεβαίνουν οι τόνοι, χάνεται η ψυχραιμία και μαζί της χάνεται και το μέτρο». Άκουσα πίσω μου τον Μανώλη να ανασαίνει βαριά.
Στο διάλειμμα βγήκαμε στο προαύλιο. Ο αέρας μύριζε καπνό από τσιγάρα και υγρασία από τις πέτρες. «Δεν θέλω να γίνω παράδειγμα», είπε ο Μανώλης. «Δεν θέλω ποινή για κάτι που δεν έκανα». Η κυρία Κεραμίδα του έδωσε ένα μπουκαλάκι νερό. «Ξέρω», είπε. «Αλλά εδώ δοκιμάζονται πράγματα μεγαλύτερα από εσένα. Το σύνταγμα και ο νόμος δεν είναι μόνο βιβλία· είναι η καθημερινότητά μας. Αν σήμερα δεχτείς ότι σε λένε ένοχο χωρίς αποδείξεις, αύριο θα το δεχτεί και κάποιος άλλος». Την κοιτούσα και ένιωθα ντροπή που εγώ, μέχρι τότε, πίστευα ότι η δικαιοσύνη είναι κάτι μακρινό.
Όταν γυρίσαμε μέσα, ο δικαστής ζήτησε να ακουστούν τα τελευταία λόγια. Ο Μανώλης σηκώθηκε. «Δεν είμαι εναντίον κανενός. Ζήτησα μόνο να ακουστεί η φωνή μου. Αυτό είναι δικαίωμα, όχι απειλή». Η φωνή του έτρεμε, αλλά δεν έσπασε. Η δικηγόρος πρόσθεσε: «Το δίκαιο απαιτεί αποδείξεις, όχι εντυπώσεις. Η κατηγορία δεν στηρίζεται σε σαφή στοιχεία. Ζητούμε να κριθεί αθώος». Έπειτα όλοι περιμέναμε. Η αίθουσα ήταν τόσο ήσυχη που άκουγα το τρίξιμο από ένα στυλό.
Η απόφαση βγήκε ύστερα από λίγα λεπτά που μου φάνηκαν ώρες: «Αθώος λόγω αμφιβολιών». Δεν ήταν θρίαμβος· ήταν ανακούφιση, σαν να ξαναβρίσκεις έδαφος κάτω από τα πόδια. Ο Μανώλης δεν χαμογέλασε αμέσως, μόνο έκλεισε τα μάτια του και άφησε έναν αέρα που κράταγε από μέρες. Στο δρόμο προς το μετρό, του είπα: «Τελικά, ο νόμος μπορεί να σε τρομάξει, αλλά μπορεί και να σε προστατέψει». Εκείνος ένευσε. «Ναι», είπε. «Αρκεί να έχεις δικηγόρο, να μιλήσεις, και να θυμάσαι ότι η δικαιοσύνη δεν είναι δεδομένη· πρέπει να την ζητάμε σωστά, κάθε φορά».