Τη Δευτέρα το πρωί, καθόμουν στο μικρό καφέ απέναντι από το δημαρχείο και κοίταζα τα χαρτιά μου σαν να ήταν εξετάσεις. Δεν ήμουν πολιτικός· ήμουν απλώς ένας πολίτης που κουράστηκε να ακούει ότι «έτσι γίνεται». Είχα κατεβάσει από το site του δήμου τον νέο κανονισμό προμηθειών και τον είχα διαβάσει δύο φορές. Κάτι δεν μου έβγαινε: οι ίδιες εταιρείες εμφανίζονταν ξανά και ξανά, σαν να είχαν μόνιμη θέση. Σκέφτηκα ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο οι εκλογές, αλλά και το να ζητάς εξηγήσεις όταν ένα δημόσιο έργο μυρίζει περίεργα.
Στο τραπέζι ήρθε η Νίκη, φίλη μου από το πανεπιστήμιο, που τώρα δούλευε ως βοηθός σε έναν υπουργό. «Μη μου πεις ότι ξενύχτησες πάλι πάνω σε νόμο», είπε γελώντας, αλλά στα μάτια της είδα ανησυχία. Της έδειξα τις σημειώσεις μου. «Αν αυτό είναι σωστό, ο δήμος πληρώνει παραπάνω χωρίς λόγο». Εκείνη χαμήλωσε τη φωνή: «Η κυβέρνηση μιλάει για διαφάνεια, αλλά στην πράξη χρειάζεται πίεση. Υπάρχει δικαίωμα να ζητήσεις στοιχεία, ειδικά όταν τα χρήματα είναι δημόσια. Κάν’ το συνταγματικός τρόπο: αίτηση, πρωτόκολλο, και μετά δες αν απαντούν». Η λέξη “συνταγματικός” μου ακούστηκε βαριά, αλλά με καθησύχασε, σαν να μου έδινε ένα μονοπάτι μέσα στο χάος.
Το απόγευμα πήγαμε μαζί στη συνεδρίαση της επιτροπής οικονομικών. Η αίθουσα ήταν ζεστή, γεμάτη ψιθύρους και χτυπήματα στυλό. Δίπλα μου κάθισε ο Μάριος, δημοσιογράφος της γειτονιάς, που πάντα κρατούσε ένα μικρό μαγνητόφωνο. «Σήμερα θα δεις πολιτική όπως είναι: χαμόγελα, μισές λέξεις και μετάφωνες υποσχέσεις», μου είπε. Μπροστά, ο αντιδήμαρχος μιλούσε σαν να διάβαζε έτοιμο κείμενο. Κάποια στιγμή σηκώθηκα και ζήτησα τον λόγο. «Ως πολίτης, θέλω να καταλάβω γιατί ο ίδιος ανάδοχος παίρνει τρεις διαγωνισμούς». Η αίθουσα πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο, κι ύστερα ακούστηκαν μικρά βήχα και καρέκλες που σύρθηκαν.
Ένας σύμβουλος από το μεγαλύτερο κόμμα με κοίταξε σαν να ήμουν ενοχλητική μύγα. «Όλα έγιναν νόμιμα», είπε κοφτά. «Υπάρχει νόμος, υπάρχουν διαδικασίες». Δεν ήταν απάντηση, ήταν άμυνα. Η Νίκη μου ψιθύρισε: «Ρώτα για τα κριτήρια αξιολόγησης, όχι γενικά». Πήρα ανάσα. «Ζητώ τα πρακτικά, τα κριτήρια και τις προσφορές. Αυτό είναι δικαίωμα, σωστά;» Μια άλλη σύμβουλος, πιο νέα, έγνεψε. «Ναι, αλλά θα πάρει χρόνο». Ο Μάριος πρόσθεσε δυνατά: «Και ο χρόνος είναι δημόσια πολιτική. Κάθε μέρα καθυστέρησης κοστίζει». Η φράση του έκανε μερικούς να γυρίσουν. Ένιωσα ότι δεν ήμουν πια μόνος.
Την επόμενη εβδομάδα, ενώ στην τηλεόραση μιλούσαν για το κοινοβούλιο και για καβγάδες ανάμεσα σε κόμματα, εγώ ζούσα τον δικό μου μικρό πόλεμο σε γραφεία και διαδρόμους. Κατέθεσα επίσημο αίτημα, με σφραγίδες και υπογραφές, και περίμενα. Στο μεταξύ, η Νίκη μου τηλεφώνησε: «Ο υπουργός μου είπε ότι θα υπάρξει νέα οδηγία για τους δήμους, αλλά μην περιμένεις θαύματα». «Δεν ζητάω θαύματα», της απάντησα. «Ζητάω απλώς να μην μας κοροϊδεύουν». Εκείνη σιώπησε λίγο και μετά είπε: «Μερικές φορές ο πρωθυπουργός ανακοινώνει μεγάλες αλλαγές, αλλά η πραγματικότητα αλλάζει από κάτω, όταν κάποιοι επιμένουν».
Όταν τελικά ήρθαν τα έγγραφα, τα διάβασα με τον Μάριο στο ίδιο καφέ. Οι αριθμοί δεν έλεγαν ψέματα: υπήρχαν όροι που ευνοούσαν συγκεκριμένο προμηθευτή, σαν να είχε γραφτεί ο διαγωνισμός για εκείνον. Δεν ήταν εύκολο να το αποδείξεις, αλλά ήταν αρκετό για να ζητήσουμε επανεξέταση. «Θα το ανεβάσω στο site μου», είπε ο Μάριος, «και θα καλέσω κόσμο σε δημόσια συζήτηση». Η Νίκη ήρθε λίγο αργότερα και μας προειδοποίησε: «Θα σας πουν ότι κάνετε αντιπολίτευση. Ότι παίζετε παιχνίδια πολιτικής». Εγώ γέλασα πικρά. «Αν πολιτική σημαίνει να προστατεύω τα χρήματα της γειτονιάς μου, τότε ναι, κάνω πολιτική».
Η δημόσια συζήτηση έγινε σε μια αίθουσα σχολείου. Δεν υπήρχαν κάμερες μεγάλων καναλιών, μόνο γονείς, συνταξιούχοι και λίγοι νέοι που είχαν γυρίσει από τη δουλειά κουρασμένοι. Κάποιος φώναξε: «Και τι θα αλλάξει;» Ένιωσα τον φόβο μου να ανεβαίνει, αλλά μίλησα: «Αλλάζει όταν δεν περιμένουμε μόνο την ψήφος μας κάθε τέσσερα χρόνια. Η ψηφοφορία είναι σημαντική, αλλά η δημοκρατία ζει και στις ερωτήσεις». Στο τέλος, συμφωνήσαμε να στείλουμε κοινό υπόμνημα και να ζητήσουμε νέα διαδικασία. Δεν ήταν επανάσταση. Ήταν όμως μια μικρή, επίμονη αρχή—και για πρώτη φορά ένιωσα ότι η κυβέρνηση, ο δήμος, ακόμα και το κοινοβούλιο δεν είναι κάτι μακρινό, αλλά ένας μηχανισμός που μπορεί να διορθωθεί, αν τον κοιτάξεις κατάματα.